Διασχίζοντας την Ευρώπη μέσα από τα ποτάμια της: από την Κέρκυρα στην Κέρκυρα

Ταξιδεύοντας με τη γυναίκα μου στην Κεντρική Ευρώπη διαπιστώσαμε ότι τα ποτάμια μάς γοήτευαν και θαυμάζαμε χωρίς τέλος τη φύση και τη ζωή σ’ αυτά. Κάποτε αρχίσαμε να πηγαίνουμε και στην βιβλιοθήκη εξερευνώντας το θέμα, δηλ. κατά πόσο θα μπορούσε κάποιος να κάνει π.χ. με το ποδήλατο τις διαδρομές στις όχθες των μεγάλων και μικρών ποταμιών της Ευρώπης. Σε κάποια στιγμή διαπιστώσαμε, μεταξύ σοβαρού και αστείου, ότι θα μπορούσαμε να το κάνουμε και με ένα σκάφος και σε τελική ανάλυση με το δικό μας ιστιοφόρο, εφόσον τα βάθη το επέτρεπαν.

Το σκάφος μας είναι ένα CΟΜΕΤ 1050 του 1985 με το οποίο στα 25χρόνια που είμαστε μέλη του ΙΟ Κέρκυρας έχουμε κάνει εκτός από πολλούς αγώνες και πολλά ταξίδια στο Ιόνιο, την Αδριατική και το Αιγαίο.
Έτσι λοιπόν το 2013 αποφασίσαμε να κάνουμε το όνειρο πραγματικότητα και αυτό όχι σε κάποιο μακρινό μέλλον αλλά τον επόμενο χρόνο. Μιλάμε λοιπόν για ένα ταξίδι που αρχίζει στην Κέρκυρα, περνά τη Δ. Μεσόγειο, μπαίνει στα ποτάμια της Ευρώπης, βγαίνει στη Μαύρη Θάλασσα και από το Αιγαίο και το Ιόνιο καταλήγει πάλι στην Κέρκυρα. Ένα ταξίδι περίπου 9.500 χλμ ή 5130 νμ εκ των οποίων 4300 χλμ στα ποτάμια με το ξεπέρασμα 240 δεξαμενών, μέσα από 7 ποτάμια και 10 διαφορετικές χώρες.
Ξεκινήσαμε λοιπόν αμέσως με την προετοιμασία, έχοντας ως αρχή να κάνουμε πρώτα αυτά που θεωρούσαμε βασικά, αφήνοντας πίσω πολλά που για μας ήταν δευτερευούσης σημασίας να αντιμετωπιστούν, όταν θα παρουσιάζονταν, στην πορεία του ταξιδιού. Και αυτό το λέω γιατί κάποτε συναντήσαμε κάποιον που ήθελε να κάνει κάτι παρόμοιο με μας και όταν είδα το υψηλό επίπεδο του σκάφους, από τεχνικής άποψης, τον ρώτησα πόσα χρόνια χρειάστηκε γι’ αυτά, μου απάντησε κοντά στα 30!
Για εμάς το κεντρικό πρόβλημα ήταν η μηδενική εμπειρία που διαθέταμε σε σχέση με την πλεύση στα ποτάμια γεγονός που προσπαθήσαμε να το κατακτήσουμε θεωρητικά αλλά η πράξη αποδείχτηκε πολύ πιο δύσκολη και απαιτητική.
Με βύθισμα 1.60 περίπου μπορούσαμε θεωρητικά να περάσουμε τα ποτάμια, πρόβλημα θα είχαμε στα κανάλια και σε κάποια σημεία του Δούναβη, ειδικά το καλοκαίρι με τις μεγάλες ζέστες. Παρ’ όλα αυτά αποφασίσαμε να το ρισκάρουμε, αφού διαθέταμε και χρόνο πολύ αλλά και γιατί είχαμε μεγάλη πίστη στο όνειρο.
Έτσι ξεκινήσαμε τον Ιούνιο του 2014, με τη γυναίκα μου και τον σκύλο μας, για ένα ταξίδι όπου στο σύνολό του, όπως το κάναμε εμείς, μάλλον είμαστε οι πρώτοι Έλληνες και ελπίζω όχι οι τελευταίοι!
Από την Κέρκυρα λοιπόν στην Καλαβρία, όπου στα στενά του Τάραντου ζήσαμε τις πρώτες δύσκολες ώρες με ανέμους 7-8 μποφόρ. Ακολούθησαν το στενά της Μεσσήνας και κατόπιν τα νησιά του Αιόλου που είναι πράγματι πολύ ωραία αλλά το καλοκαίρι πνιγμένα από τουρίστες και κρουαζιερόπλοια. Από εκεί στο Παλέρμο μια πάρα πολύ ενδιαφέρουσα πόλη γεμάτη από αντιθέσεις και αντιφάσεις και με έναν τρόπο ζωής που μοιάζει σε πολλά με τον δικό μας. Από το Παλέρμο μονόμπρατσα στη Σαρδηνία μέσα από το Τυρρηνικό Πέλαγος, όπου γνωρίσαμε τη δύναμη του Μistral, αλλά και τις αντοχές του σκάφους μας. Για να το διασχίσουμε χρειαστήκαμε περίπου 40 ώρες κάνοντας ένα πολύ μοναχικό ταξίδι μια και δεν συναντήσαμε άλλα σκάφη. Πιστοί συνοδοί μόνο τα δελφίνια που για 3-4 ώρες την κάθε φορά παίζανε μαζί μας. Στη Σαρδηνία καταλάβαμε τι σημαίνει τουριστική ανάπτυξη υψηλού επιπέδου, και ειδικότερα στον θαλάσσιο τουρισμό με ό,τι κακό και ό,τι καλό αυτό συνεπάγεται. Στο νησί αυτό υπάρχουν 83 μαρίνες μικρές και μεγάλες σε πλήρη λειτουργία και οργάνωση.
Επόμενο πέρασμα το Bonifacio σε τρικυμιώδη κατάσταση, γεγονός πολύ συχνό, και άφιξη στην Κορσική σε έναν κόλπο γεμάτο από κότερα μεγάλων διαμετρημάτων. Η Κορσική έχει ψηλά βουνά και ωραίες θάλασσες. Είναι πιο Μεσογειακή από τη Σαρδηνία. Από εκεί, λόγω ανέμων, το επόμενο μπράτσο μας έβγαλε πιο ανατολικά στο Porto Fino της Ιταλικής Ριβιέρας από όπου παραλιακά πλέον κατευθυνόμαστε δυτικά προς Saint Luis 50 χλμ περίπου μετά τη Μασσαλία, στις εκβολές του ποταμού Ροδανού ή Rhone.
Το τι γίνεται στο κομμάτι αυτό της Μεσογείου, Ιούλιο και Αύγουστο από κόσμο και κάθε είδους τουριστικό προϊόν, ειδικά εκεί που υπάρχουν λιμάνια, αξίζει γι’ αυτό να γραφτούν ακόμη πολλά βιβλία. Βέβαια δεν θα έλεγα ποτέ σε κανέναν κατακαλόκαιρο να πάει σ’ αυτά τα μέρη. Στο μπράτσο αυτό, Αύγουστο μήνα, μέχρι το St Tropez μας συνόδευε ο παγκόσμιος πλούτος μέσα από ελικόπτερα, γιωτ, ΙΧ, αεροπλάνα και με αμέτρητο κόσμο στις παραλίες, μπαρ εστιατόρια κτλ.
Στο Saint Luis κατεβάσαμε το κατάρτι και κάναμε ό,τι ήταν αναγκαίο για να βγούμε στο ποτάμι το οποίο ήταν και λίγο φουσκωμένο μετά από βροχές και καταιγίδες στα βουνά. Γι’ αυτό έπρεπε το κατάρτι να στερεωθεί πολύ καλά. Η κακοκαιρία είχε ως αποτέλεσμα να έχει δυναμώσει το ρεύμα και να έχουν πολλαπλασιαστεί τα φερτά αντικείμενα που πλέουν και ειδικά ξύλα, κορμοί δένδρων, κλαδιά και κούτσουρα, αλλά και οι κίνδυνοι πρόσκρουσης του σκάφους σ’ αυτά. Ταξιδεύουμε κόντρα στο ρεύμα και γι’ αυτό έχουμε μειώσει την ταχύτητα του σκάφους. Ετσι μετά τα πρώτα 150 χλμ χτυπήσαμε με την προπέλα και τον άξονα ένα μεγάλο βυθισμένο κούτσουρο, με αποτέλεσμα να στραβώσει ο άξονας που έπρεπε να βγει και να διορθωθεί.
Ενα μεγάλο πρόβλημα στα ποτάμια είναι η απουσία λιμανιών με αντίστοιχη υποδομή για κάλυψη έκτακτων αναγκών. Και σίγουρα όσα υπάρχουν δεν είναι φτιαγμένα για την εξυπηρέτηση ιστιοφόρων σκαφών. Τελικά στη Valence μπορέσαμε να αλλάξουμε τον άξονα ξεχειμωνιάζοντας εκεί σε μια κατά τα άλλα ωραία πόλη κοντά στη Lyon, Grenoble κτλ. Το γεγονός αυτό μας έδωσε πολλές εμπειρίες για την πλεύση του σκάφους στο ποτάμι αλλά και για την αντιμετώπιση έκτακτων καταστάσεων. Έτσι γνωρίσαμε τη Lyon και την ευρύτερη περιοχή που απο μόνες τους αξίζουν ένα ταξίδι. Εκεί τελειώνει μετά από 350 χλμ ο Rhone ή Ροδανός ένα μεγάλο δυνατό ποτάμι με ωραίες πόλεις και χωριά, με βιομηχανική υποδομή αλλά και με ωραία κρασιά.
Μετά τη Λυών ξεκινά ο ποταμός Saone για 280 χλμ περίπου. Συναντήσαμε για πολλές μέρες καταπληκτικό καιρό και έτσι απολαμβάνουμε τη φύση και τα χωριά, όπου κάποιες φορές περνάμε δίπλα από τα σπίτια, μπροστά από τις κουζίνες και τις κρεββατοκάμαρες.
Ο Saone, o Dubs και το Rhone Rhine canal ομόφωνα η γυναίκα μου και εγώ πιστεύουμε ότι ήταν το ωραιότερο και πιο εντυπωσιακό κομμάτι της διαδρομής. Σημειωτέον ότι εδώ πλέον δεν κυκλοφορούν φορτηγίδες και κρουαζιερόπλοια και σε κάποια σημεία δε χωράνε να περνάνε περισσότερο από 2 σκάφη. Είμαστε πλέον το μοναδικό ιστιοφόρο σκάφος και τα βάθη αρχίζουν και μειώνονται επικίνδυνα, οι δεξαμενές να αυξάνονται και οι απρόοπτες συνθήκες να πληθαίνουν.
Εδώ πρέπει να κάνω μία παρένθεση για τα προβλήματα της ποταμίσιας πλεύσης. Στα ποτάμια, τα οποία για μας τους Έλληνες είναι αχαρτογράφητα νερά, το καλοκαίρι ειδικά, έχεις να αντιμετωπίσεις ζητήματα όπως:
Το ρεύμα όπου όταν έχεις το νερό κατάπρυμα και ειδικά εκεί όπου δεν υπάρχουν δεξαμενές που ρυθμίζουν τα νερά, τότε μπορεί να ταξιδεύεις και με 23χλμ γεγονός που με πολύ κόπο μπορείς να κρατήσεις το σκάφος και είσαι ανοιχτός και εκτεθειμένος σε μύριους κινδύνους. Εάν το έχεις κόντρα τότε περιμένεις ή ανεβαίνεις παραλία παραλία γλύφοντας τα βότσαλα με ταχύτητα 3-5 χλμ. Μη ξεχνάμε ότι τα σκάφη μας δεν έχουν και τις πιο δυνατές μηχανές γεγονός που πρέπει να είναι κάθε στιγμή στο κεφάλι του τιμονιέρη. Και αυτό το ζήσαμε στα πρύμα πολύ έντονα σε μια μεγάλη γέφυρα στη Βουδαπέστη με πολλά βόλτα* και όχι καλή σηματοδότηση. Όταν λοιπόν πλησιάζαμε τη γέφυρα η δύναμη του νερού αυξανόταν πολύ λόγω των στενωπών των βολτών και του φαινομένου της τουρμπίνας γεγονός που το υποτίμησα. Όταν χρειάστηκε να αλλάξω πορεία, όχι πολύ, 10 -15 μοίρες, τότε έχασα τον έλεγχο γιατί το ρεύμα είχε πάρει πλέον το κουμάντο και άρχισε να μας γυρίζει 90 μοίρες και να μας οδηγεί πάνω στη μύτη του βόλτου. Ευτυχώς έβαλα τέρμα γκάζι ανάποδα τη μηχανή και έτσι γυρίσαμε 180 μοίρες και τη ζημιά, σχετικά μικρή, την πάθαμε στην πλώρη.
Τα αβαθή τα οποία, ειδικά το καλοκαίρι, αλλάζουν καθημερινά τη στάθμη τους. Χρειάστηκε να πηδήξω 7 φορές στο ποτάμι για να βοηθήσω να ξεκολλήσει το σκάφος. Μια φορά χρειαστήκαμε στη Βουλγαρία ξένη βοήθεια την οποία όμως την πληρώσαμε αδρά. Στον Δούναβη πια περιμέναμε στη στροφή τις φορτηγίδες για να τις πάρουμε από πίσω μια και αυτοί ήταν πιο ενημερωμένοι για τα αβαθή στο ποτάμι.
Τα φυτά του νερού που αναπτύσσονται στα κανάλια και μικρά ποτάμια, ειδικά εκεί όπου δεν περνούν μεγάλα σκάφη, φορτηγίδες κτλ. Τέσσερις φορές πήδηξα στο νερό για να απελευθερώσω την προπέλα από τα φυτά. Εδώ θα πρέπει να πούμε ότι τα νερά δεν έχουν σχέση με τα γάργαρα νερά της διαφήμισης, αλλά είναι λασπόνερα όπου δεν ξεχωρίζεις κάτι ούτε στο μισό μέτρο. Εννοείται ότι για όλες αυτές τις δουλειές είσαι δεμένος στο σκάφος και ο σύντροφος παρακολουθεί πάντα τι κάνεις και που βρίσκεσαι.
Οι δεξαμενές, 240 τον αριθμό, αποτελούν, παρ’ όλη τη ρουτίνα που αποκτάς, αστάθμητο παράγοντα δυσκολιών και προβλημάτων. Το σκάφος ανεβαίνει μέχρι ένα υψόμετρο 407 μέτρων τόσο στη Γαλλία όσο και στη Γερμανία, μέσα από δεξαμενές από 3μ μέχρι 28μ ύψος και μήκος από 20 μ μέχρι 350μ. και οι οποίες γεμίζουν και αδειάζουν με διάφορα συστήματα. Τις μικρές πρέπει να τις ενεργοποιείς ο ίδιος γεγονός για το οποίο χύνεις κάποιο ιδρώτα. Στις μεγάλες δεξαμενές μπαίνουν σκάφη μέχρι 300μ τα οποία έχουν και την απόλυτη προτεραιότητα εισόδου και εξόδου και τα οποία όταν βάλουν τις προπέλες μπροστά τότε τα μικρά σκάφη πρέπει να προσέξουν πολύ για να μην πάθουν ζημιές ειδικά στο κατάρτι το οποίο εξέχει κάποια μέτρα από το σκάφος.
Τα αγκυροβόλια είναι ένα πρόβλημα, ειδικά όσο πας προς τα ανατολικά λόγω έλλειψης υποδομών, γεγονός που σε αναγκάζει να δένεις όπου βρεις δηλ σε κλαριά, σε άλλα σκάφη, σε κτίρια και αν οι συνθήκες το επιτρέπουν να αγκυροβολείς στο πουθενά. Στον Δούναβη στη Σερβία μπήκαμε σε έναν μικρό κολπίσκο για να αγκυροβολήσουμε μια και νύχτωνε σιγά σιγά. Αγκυροβόλιο δεν υπήρχε και έτσι πήγαμε να δέσουμε πάνω σε μια παράγκα στο ποτάμι, που όμως δεν ηταν καθαρή μια και εξείχαν σίδερα, ξύλα κτλ. Δίπλα από την παράγκα, κάτω από έναν πλάτανο κάθονταν 8-10 άνδρες και παρακολουθούσαν αδιάφοροι τα ακροβατικά μας στην προσπάθεια να αποφύγουμε τα σίδερα κτλ. Οι άνδρες παρέμειναν αδιάφοροι, ενώ εμείς ήμασταν αγχωμένοι. Τους φωνάζω να έρθει κάποιος να πιάσει τα σχοινιά, αυτοί αντί να έρθουν, μας ρωτούν από που είμαστε. Όταν τους φωνάζω Ελλάδα τρέχουν αμέσως να βοηθήσουν λέγοντάς μας ότι νόμιζαν πως είμαστε Κροάτες…
Φεύγοντας πλέον από τη Γαλλία περνάς στη Γερμανία στον Ρήνο που είναι πλέον ένα μεγάλο ποτάμι με τη μεγαλύτερη συγκοινωνιακή επιβάρυνση στην Ευρώπη από φορτηγίδες κρουαζιερόπλοια και ότι άλλο πλεούμενο μπορεί να φανταστεί κανείς. Αυτό ενέχει πολλούς κινδύνους για τα μικρά σκάφη ειδικά αυτά με μικρής ισχύος μηχανή, μια και τα μεγάλα έχουν απόλυτη προτεραιότητα και μπορούν να αλλάζουν την πορεία τους ανάλογα με τις συνθήκες που υπάρχουν στο ποτάμι. Ειδικά μετά την τελευταία δεξαμενή του Ρήνου όπου το ρεύμα δεν εμποδίζεται πλέον οι ταχύτητες των σκαφών διπλασιάζονται και έτσι το ιστιοφόρο κατεβαίνει με 23 χλμ την ώρα με το πλήρωμα να αγωνιά και να ιδρώνει σε κάθε μανούβρα του τιμονιέρη.
Στον Ρήνο λοιπόν εκτός της φυσικής ομορφιάς απολαμβάνεις… και τη βιομηχανική – παραγωγική πραγματικότητα αλλά και την οικιστική εξέλιξη σε δύο μεγάλες χώρες της Ευρώπης. Μετά την πρύμα πορεία στον Ρήνο μέχρι το Mainz μπήκαμε στην όρτσα πορεία στον ποταμό Main και για 390 χμ περίπου (στα ποτάμια μιλάμε με χιλιόμετρα..).
Ο Main είναι επίσης ένας πολύ ωραίος ποταμός με πολλά γραφικά χωριά, μνημεία, πύργους, κάστρα κτλ, αλλα με ελλιπή υποδομή για σκάφη. Από την άλλη βέβαια είχε και πολλούς λόφους με αμπέλια. Από εκεί μπήκαμε στο τεχνητό τσιμεντένιο κανάλι Rhein-Main-Donau για 180 χλμ οπου ξεχειμωνιάσαμε στη Νυρεμβέργη μια και λόγω χαμηλής στάθμης νερού στον Δούναβη είχε σταματήσει η συγκοινωνία προς το τέλος του καλοκαιριού.
Από τη Νυρεμβέργη πλέον συνεχίσαμε στο κανάλι μέχρι το Kehlheim όπου πλέον και για 2500 χλμ θα ταξειδεύαμε στα καθόλου γαλάζια νερά του Δούναβη. Στο Hillpolstein, υψομετρο 408μ στη Βαυαρία πλέον, τα νερά ξαναέγιναν πρύμα μια και από αυτό το σημείο τα ποτάμια στην Ευρώπη χύνονται στη Μεσόγειο η στη Μαύρη Θάλασσα.
Ο Δούναβης είναι ο δεύτερος μακρύτερος ποταμός της Ευρώπης με 2850 χλμ μήκος και περνά μέσα από 10 χώρες και 4 πρωτεύουσες δηλ Βιέννη, Μπρατισλάβα, Βουδαπέστη και Βελιγράδι τις οποίες επισκεφτήκαμε και γνωρίσαμε σχετικά καλά. Σ’ αυτή την πορεία είδαμε φρούρια, κάστρα, πύργους, ιστορικά χωριά και πόλεις. Γευτήκαμε διαφόρων ειδών κρασιά και οινοπνευματώδη, αλλά και πολλά φαγητά με βαλκανικές και μεσογειακές γεύσεις. Γνωρίσαμε ανθρώπους και καταστάσεις για τα οποία χρειάζεται να γραφτεί ένα βιβλίο. Συναντήσαμε πολύ λιγότερη γραφειοκρατία από αυτήν που περιμέναμε ειδικότερα στις χώρες εκτός Σένγκεν και παντού ήμασταν καλοδεχούμενοι.
Ζήσαμε έναν Δούναβη, πότε σαν θάλασσα μεγάλο, πότε ορμητικό σαν χείμαρρο, και πότε πλημμυρισμένο και επικίνδυνο. Είδαμε ζώα και ειδικά πουλιά, που δεν τα είχαμε συναντήσει στα άλλα ποτάμια. Βέβαια στο νερό πέσαμε μόνο εξ ανάγκης και όταν δεν γινόταν αλλιώς.
Το κατάρτι το σηκώσαμε στο Ρουσσέ της Βουλγαρίας 270 χλμ απο τη Μαύρη Θάλασσα, γεγονός που δε θα το συμβουλεύαμε σε κανέναν, μια και με 12,5 μέτρα κατάρτι περνάγαμε μόλις και μετά βίας κάτω από τις γέφυρες και ειδικά κάτω από τα καλώδια στην τελευταία δεξαμενή στο λιμάνι της Κωνστάντζας. Εάν τα νερά του Δούναβη ήταν λίγο πιο φουσκωμένα θα είχαμε μεγάλο πρόβλημα.
Έτσι φτάσαμε στην Κωνστάντζα, μέσα σε ένα τεράστιο λιμάνι στη Μαύρη Θάλασσα η οποία ήταν και πολύ αγριεμένη κάνοντάς μας έτσι μια υποδοχή η οποία δεν άρεσε καθόλου στη γυναίκα μου και η οποία αποφάσισε ότι εδώ μπορούσε πια να παραχωρήσει τη θέση της στον φίλο μου τον Παντελή.
Εκείνο που θέλω να επισημάνω είναι ότι η Μαύρη Θάλασσα δεν είναι Αιγαίο η Ιόνιο και αυτό εξ αιτίας της χαμηλής περιεκτικότητας του νερού σε αλάτι λόγω των μεγάλων ποταμιών που χύνονται σε αυτήν. Επίσης δυτικά και 15-20 μίλια από την ακτή έχουν τα νερά μόνο 15-20 μ βάθος γεγονός που δημιουργεί κοντό και ψηλό κύμα. Και βέβαια βασικό ρόλο σ’ αυτό παίζουν και οι καιρικές συνθήκες που μεταβάλλονται σε μηδέν χρόνο. Σε συνδυασμό αυτά με την πολύ δύσκολη εξεύρεση κόλπων, λιμανιών κτλ στα δυτικά καταλαβαίνει κανείς τι περνάει και τι περάσαμε μέχρι να φτάσουμε στον Βόσπορο.
Από την Κωνστάντζα στην Μανγκάλια τελευταίο σταθμό στη Ρουμανία και από εκεί στο Baltchik της Βουλγαρίας και μετά στη Βάρνα. Από το Tsarevo αποχαιρετήσαμε τη Βουλγαρία και με ένα μεγάλο και δύσκολο μπράτσο περάσαμε στο Poyraz στον Βόσπορο. Εκεί αποφασίσαμε να περάσουμε Transit την Τουρκία μια και ήταν λίγο μετά το πραξικόπημα και η κατάσταση ήταν τεταμένη. Έτσι χωρίς πολλούς σταθμούς στον Βόσπορο, την Προποντίδα και τα Δαρδανέλια, βγήκαμε στο Βόρειο Αιγαίο όπου με δυνατό μελτέμι πιάσαμε Λήμνο. Αυτό που μας εντυπωσίασε μπαίνοντας στο Αιγαίο ήταν το φως και η καθαρότητά του, κάτι που μας έλειψε σε όλο το ταξίδι. Από εκεί Άγιος Ευστράτιος, Σκύρος, Εύβοια, Άνδρος, Σούνιο, Αγκίστρι, Κόρινθος, Λευκάδα και τελικά Κέρκυρα.
Το ταξίδι μας διήρκεσε τελικά 2 χρόνια και 2 μήνες, η καλύτερα 3 καλοκαίρια, περάσαμε 11 χώρες και ζήσαμε απίθανες καταστάσεις χαράς, άγχους και αγωνίας. Ανακαλύψαμε μια καινούργια οπτική γωνία παρατήρησης του κόσμου και αξιολόγησης δεδομένων της ζωής μας. Σ’ αυτό συνέβαλε βέβαια ότι ζήσαμε ως παθόντες και την περιπέτεια της φωτιάς και της καταστροφής στο Norman Atlantik στη μέση του ταξιδιού όπου βέβαια μεταξύ πολλών άλλων κάηκαν το αυτοκίνητο με computer, φωτογραφίες, βίντεο, τα χαρτιά του σκάφους καθώς και διάφορες σημειώσεις του ταξιδιού.
Δεν πρέπει τέλος να ξεχάσουμε να ευχαριστήσουμε τους φίλους Στέφανο Ρικούδη, Παντελή Αντώναρο και Γιάννη Λαβρανο, καθως και την κόρη μας Αδριάνα για τη μεγάλη βοήθεια που προσέφεραν συμμετέχοντες ως πλήρωμα σε κάποιες διαδρομές αυτού του ταξιδιού. Τέλος καλό όλα καλά.

 

*βόλτα: αφορά το κενό μεταξύ δύο βάσεων της γέφυρας και το οποίο είναι σαν τόξο.

Avatar
by
Previous Post Next Post
72 shares