Πως ο νέος νόμος για τα σκάφη αναψυχής μπορεί να επηρεάσει
τον θαλάσσιο τουρισμό

Με αφορµή το νέο νοµοσχέδιο του Υπουργείου Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής, µε τίτλο “Εκσυγχρονισµός του θεσµικού πλαισίου για τη δραστηριοποίηση των πλοίων αναψυχής και των τουριστικών ηµερόπλοιων, την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας του κλάδου των επαγγελµατικών πλοίων αναψυχής και άλλες διατάξεις”, το οποίο έχει τεθεί για διαβούλευση, δίνοντας την ευκαιρία σε όλους τους εµπλεκόµενους του κλάδου να υποβάλουν τις προτάσεις τους πριν την ψήφισή του, είναι ευκαιρία να εξετάσουµε ορισµένα αριθµητικά στοιχεία σε σχέση µε την πραγµατική κατάσταση της αγοράς των επαγγελµατικών σκαφών αναψυχής.

Σύµφωνα µε τα τελευταία επίσηµα στοιχεία που έχουµε στη διάθεσή µας, από το 2018, η αγορά των πλοίων αναψυχής ξεπερνά το 1 δισ. ευρώ, δηλαδή το 1,4% του ΑΕΠ, δηµιουργώντας περίπου 43.000 άµεσες θέσεις εργασίας και πολλαπλάσιες έµµεσες. Η αλήθεια είναι πως τα τελευταία χρόνια η συνεισφορά του yachting στο ΑΕΠ της χώρας µας δεν έχει πέσει κάτω από το 0,9%. Οι ετήσιοι ναύλοι υπολογίζονται στα 433 εκατ. ευρώ, οι οποίοι αποδίδουν στο κράτος έσοδα περί τα 150 εκατ. ευρώ, ενώ τα σκάφη ξοδεύουν σε όλη την παράκτια και νησιωτική Ελλάδα σε συντηρήσεις, ανταλλακτικά, ελλιµενισµούς περίπου 223 εκατ. ευρώ. Το πιο ενδιαφέρον όµως στοιχείο είναι ότι η ανάπτυξη του yachting προκαλεί πολλαπλασιαστικά οφέλη στην τοπική-νησιωτική και εθνική οικονοµία, που κανένα άλλο είδος τουρισµού δεν έχει σε τέτοιο βαθµό. Η µέση τουριστική δαπάνη ενός τουρίστα µε σκάφος είναι από 1.000 έως 2.700 περίπου ευρώ, όταν π.χ. στον ξενοδοχειακό κλάδο η µέση τουριστική δαπάνη ανά επισκέπτη είναι περίπου 535 ευρώ (δηλαδή έως και 5 φορές πιο υψηλή στον θαλάσσιο τουρισµό).

Δυστυχώς µέχρι σήµερα ισχύει ένα πολυδαίδαλο νοµικό καθεστώς. Ο βασικός νόµος (ν.4256/2014 “Τουριστικά Πλοία και άλλες διατάξεις”) έχει τροποποιηθεί από το 2014 µέχρι σήµερα εξήντα επτά φορές! Πέρα από αυτό, στην πράξη έχουµε ένα «οιονεί cabotage», υπάρχει εξαιρετικά σηµαντική απώλεια κρατικών εσόδων, είναι συνήθεις οι παράνοµες ναυλώσεις και δυστυχώς χαίρονται τα νησιά µας πλοία αναψυχής τα οποία αφήνουν ‘ψίχουλα’ στη χώρα. Επίσης, σηµαντική είναι η γραφειοκρατία στα Λιµεναρχεία και στις άλλες υπηρεσίες, δηµιουργώντας άσχηµο κλίµα στους τουρίστες και τους επαγγελµατίες που περιµένουν στις ουρές, ενώ υπάρχει σύγχυση µε το πλαίσιο ασφάλισης των πληρωµάτων των πλοίων αυτών.

Στο νέο νοµοσχέδιο αποσαφηνίζεται το θεσµικό πλαίσιο για την ασφάλιση των πληρωµάτων και από τις βασικότερες µεταρρυθµίσεις του είναι ότι εδραιώνεται ένα ενιαίο ψηφιακό ‘οικοσύστηµα’ για όλο τον κύκλο λειτουργίας και δραστηριοποίησης ενός επαγγελµατικού σκάφους – πλοίου αναψυχής. Μετά την ψήφιση του νοµοσχεδίου άµεσα θα ‘τρέξουν’ δύο βασικές εφαρµογές: το e-ΝΕΠΑ και το e-Ναυλοσύµφωνο, που θα αλλάξουν ριζικά τον τρόπο λειτουργίας της αγοράς. Επίσης θα ξεκαθαρίσει το τοπίο για τους κυβερνήτες και τα πληρώµατα, ώστε να µην υπάρχει περιθώριο για µαύρη εργασία.

Η ζήτηση για κυβερνήτες και πληρώµατα σε επαγγελµατικά σκάφη τα τελευταία χρόνια, ιστιοπλοϊκά και µηχανοκίνητα, είναι πρωτόγνωρη, µε αποτέλεσµα η ζήτηση να καλύπτεται από προσφορά εργασίας αλλοδαπών, κυρίως Ευρωπαίων που έχουν ίσα δικαιώµατα εργασίας µε τους Έλληνες. Έχουν µάλιστα δηµιουργηθεί οµάδες, εταιρίες ως και ‘δράσεις’ για την προώθηση ξένων κυβερνητών και πληρωµάτων. Σε συνδυασµό µε την απελευθέρωση των υπό ξένη σηµαία σκαφών αναψυχής µήκους άνω των 35 µέτρων, υπό όρους και προϋποθέσεις, που προωθεί το νοµοσχέδιο, είναι πολύ πιθανό σηµαντικό µερίδιο της αγοράς να βρεθεί σε ‘ξένα χέρια’.

Στον αντίποδα, η έλλειψη πληρωµάτων και κυβερνητών στην αιχµή της περιόδου, προκειµένου να µη χαθούν οι ναύλοι, καλύπτεται από άπειρο προσωπικό που προσλαµβάνεται κυριολεκτικά χωρίς προϋποθέσεις. Κοπέλες που τις µαζεύουν από τον µόλο εργάζονται κατά τη διάρκεια των διακοπών τους ως καµαροτίνες και σκίπερ απόφοιτοι µιας κάποιας σχολής αρχαρίων αναλαµβάνουν τη διακυβέρνηση σκαφών στα οποία επιβαίνουν οικογένειες. Κάτι παρόµοιο ισχύει και από την πλευρά των πλοιοκτητών. Άνθρωποι άσχετοι µε τη θάλασσα, µετά από συζητήσεις στο καφενείο, βρήκαν πρόσβαση σε ΕΣΠΑ βάζοντας κάποια κεφάλαια για να ξεκινήσουν τη δική τους ΝΕΠΑ.

Η πρόσφατη προσπάθεια αναβάθµισης της εκπαίδευσης µέσω των ΙΕΚ, παρά τα πολλαπλά γραφειοκρατικά µπερδέµατα, ήταν µία κίνηση προς τη σωστή κατεύθυνση. Φυσικά και δεν έλυσε το πρόβληµα µονοµιάς, αλλά αποτελεί µία σωστή βάση πάνω στην οποία µπορεί να οικοδοµηθεί σταδιακά ένα σωστό εκπαιδευτικό πλαίσιο. Αυτό θα οδηγήσει σε καλύτερα καταρτισµένα πληρώµατα και κυβερνήτες και θα κάνει τα επαγγέλµατα της θαλάσσιας αναψυχής ευρύτερα διαδεδοµένα.

Ο χώρος του yachting στην Ελλάδα χρειάζεται καλύτερη ποιότητα και όχι περισσότερη ποσότητα. Και αυτό ισχύει για πελάτες, πλοιοκτήτες, εργαζόµενους, γραφεία, κλπ.

Μάνος Ρούδας
by
Ο Μάνος Ρούδας γεννήθηκε στον Πειραιά και είναι αριστούχος μηχανικός του Πολυτεχνείου της Ουαλίας. Κατέχει τίτλο ΜΒΑ από το Southern New Hampshire University των ΗΠΑ. Ασχολείται ενεργά με την ιστιοπλοΐα ανοικτής θαλάσσης από το 1996 μέχρι σήμερα, ως αθλητής και επαγγελματίας κυβερνήτης σε σκάφη αναψυχής κάθε είδους. Έχει επίσης εργαστεί ως σύμβουλος επιχειρήσεων και σε υψηλές θέσεις στο χώρο της ναυτιλίας και του yachting. Ασχολείται με τη ναυτική εκπαίδευση από το 2003, είναι κάτοχος διπλώματος προπονητή ιστιοπλοΐας και του διεθνούς διπλώματος Yachtmaster Instructor του RYA.
Previous Post Next Post