Μια ανάμνηση 36 χρόνων

Το 1983 έγινε η 20η ΔΙΕΑ, όπως λεγόταν τότε το Ράλλυ Αιγαίου. Θα προσπαθήσω να αναφέρω τα λίγα που έζησα και θυµάµαι, αφού ο “Ιστιοπλοϊκός Κόσµος” και το αρχείο του, δεν είχαν γεννηθεί ακόµα! Θα διερωτηθεί κανείς, αν µάλιστα ανήκει σε νεότερη γενιά, τι νόηµα έχει µια βουτιά στο παρελθόν.

Ε, δεν κάνει και τόσο µεγάλο κακό αν κοιτάζουµε κάπου-κάπου προς τα πίσω, αυτή η κατεύθυνση δεν χαλάει την αισιοδοξία του µέλλοντος. Έχουµε βλέπετε και τη µνήµη, που συχνά διαµαρτύρεται γιατί την παραγκωνίζουµε και η οποία δεν µπορεί να περιγράψει το µέλλον, αλλά µόνο το παρελθόν. Η µνήµη µας τιµωρεί όταν τη βάζουµε µόνιµα στο περιθώριο, γι αυτό πρέπει κάπου-κάπου να την ανασύρουµε.

Ξανά στο 1983. Εκείνη την εποχή υπήρχαν δύο κατηγορίες σκαφών στους αγώνες, η µία των IOR και η άλλη των ΕΑΘ, την οποία σοφά είχε εφεύρει ο ΠΟΙΑΘ και µπράβο του. Στην πρώτη κατηγορία έτρεχαν σκάφη µε διεθνείς προδιαγραφές και κανόνες, στη δεύτερη, σκάφη νεόκοπων ιστιοπλόων, µε λιγότερες τεχνικές προδιαγραφές και απαιτήσεις, ήταν δηλ. κάτι test drive, για να γλυκαθούν καινούργια πρόσωπα µε την ιστιοπλοΐα.

Εγώ, από εκείνο τον αγώνα, θυµάµαι λίγα από τη δεύτερη και λιγότερα από την πρώτη κατηγορία. Η διαδροµή από τον Σαρωνικό, πήγαινε στη Σύρο µε την ίδια διαδροµή και για τις δύο κατηγορίες και διαφορετική κατά την επιστροφή. Στη Σύρο προβλέπονταν δύο τοπικοί ηµερήσιοι αγώνες, ένας γύρω από τη Δίδυµη και ένας µέσα στον κόλπο. Η µετάβαση µέχρι τη Σύρο, ήταν νυχτερινή µε λίγο αέρα και αρκετή µπουνάτσα. Στην κατηγορία των ΕΑΘ υπήρχαν και δύο J-24, το δικό µου και του Γιώργου του Δηµητριάδη. Εγώ ήξερα λίγα από αγώνες, ο Δηµητριάδης λιγότερα. Για πλήρωµα, εγώ είχα µια φίλη µου, παντελώς άσχετη µε αγώνες, ο Δηµητριάδης, είχε δύο αγόρια, καθόλου υπερήφανα για τις ιστιοπλοϊκές τους γνώσεις, δηλ. τα δύο J-24, ταξίδευαν κάτω από την ηµιµάθεια τη δική µου και τη ‘λογική’ του Δηµητριάδη. Στον πηγαιµό δεν είχαµε πρόβληµα, γιατί µε τη µπουνάτσα τα έχουν καλά όλοι, έτσι τερµατίσαµε και οι δύο µέσα στον προβλεπόµενο χρόνο.

Όταν φθάσαµε στη Σύρο, άρχισαν τα δύσκολα και ο νοτιάς ‘λύσσαξε’. Μέσα στο λιµάνι, ήταν αδύνατο να κοιµηθούµε στα σκάφη και στρώναµε πανιά στον µόλο! Η Επιτροπή αποφάσισε να ξεκινήσει ο τοπικός αγώνας και το µόνο που θυµάµαι, είναι τον καπετάνιο του “Egaleon” να κουβαλάει µια σακούλα µε µακαράδες, δηλ. ότι είχε αποµείνει από τον εξαρτισµό του.

Την τρίτη µέρα ο καιρός έπεσε και το απόγευµα δόθηκε ή εκκίνηση της επιστροφής. Τα ΕΑΘ άφησαν τη Σύρο αριστερά και τα IOR έβαλαν πλώρη για να επιστρέψουν µέσω Σίφνου. Όλα πήγαιναν καλά µέχρι τις 11, εγώ βρισκόµουν κάτω από τα Γιούρα και πήγα να ξαπλώσω λίγο. Στη φίλη µου, για να ξέρει προς τα που να πάει, είχα βάλει σηµάδι το φεγγάρι! Πριν κλείσω τα µάτια µου, άκουσα κάτι περίεργους θορύβους στα πανιά και βγήκα έξω. Ο Βορράς ήταν κατάµαυρος και το µπουρίνι έφτανε. Όπως-όπως µάζεψα τη τζένοα και µουδάρισα τη µαΐστρα, χωρίς να µπορέσω να πάρω το µαντάρι µέχρι τέλους. Η νύχτα µαύρισε, ο αέρας ήταν από πρύµα υπερβολικά δυνατός και το ‘σκαφάκι’ έψαχνε να βρει κενό για να καρφωθεί. Το αίσθηµα της αυτοσυντήρησης και της ευθύνης για το πλήρωµα, µου έδινε θάρρος να προσπαθώ. Όταν κατάφερα να απαγκιάσω στην Τζια, η αντοχή µου πλησίαζε στο µηδέν, όχι όµως και το αγωνιστικό πείσµα. Η υπήνεµη διαδροµή κάπως µε ξεκούρασε, αλλά όταν τελείωσε «άρχισαν πάλι τα όργανα». Είχα µια περίεργη αντίδραση να πλησιάσω την ακτή του Σουνίου και ανοίχτηκα προς τον Αι-Γιώργη! Εκεί κάπου ακούγονταν φωνές πανικού από κάποιο σκάφος, αλλά µου ήταν αδύνατο να πλησιάσω.

Όταν έφθασα στον τερµατισµό στη Βουλιαγµένη, ήµουνα το πρώτο σκάφος και ο Κώστας ο Αρµάος µε την παρέα του ζητωκραύγαζαν που σωθήκαµε. Μετά τη φωτοβολίδα, αντί να φύγω, περίµενα να δω αν και πότε θα τερµάτιζε άλλο σκάφος, για να µετρήσω τον χαριζόµενο χρόνο! (αυτό σηµαίνει ιστιοπλοΐα). Ο χρόνος πέρασε κι εγώ έφυγα για το Φάληρο. Το µπουρίνι κρατούσε ακόµα, αλλά ήταν βατό. Στον µόλο του ΝΟΠΦ διέκρινα δύο σκιές, κι ήταν του Νίκου του Σαρικαβάζη και του Μήτσου του φύλακα. Όταν βγήκα στη στεριά, έκατσα σ ένα παγκάκι, έσκυψα το κεφάλι και σχεδόν έκλαιγα, γιατί σκεφτόµουν τον Δηµητριάδη στους χαµένους και ότι εγώ τον είχα παρασύρει! Σε κάµποση ώρα ο Νίκος ήρθε και µε σκούντησε, λέγοντας «να ο Δηµητριάδης». Δεν κοίταξα, γιατί δεν το πίστεψα.

Από εκείνη τη νύχτα της κολάσεως, όλοι βγήκαµε ζωντανοί, κι εγώ µε ένα κύπελο της overall! Έτσι παίζεται το παιγνίδι που λέγεται ιστιοπλοΐα και το οποίο χαίρονται όσοι το γνωρίζουν.

Previous Post Next Post