Ιστιοπλοΐα στη Μάνη και στις πόρτες του Άδη

Ιστιοπλοΐα στη Μάνη και στις πόρτες του Άδη

«Η θάλασσα µίκρυνε από τότε που αυξήθηκε η ταχύτητα»

Φερνάντο Πεσσόα

Τα φυσικά τοπία στην Ελλάδα χωρίζονται σε Ολύµπια και Δελφικά. Ολύµπια τοπία είναι τα ήπια και χαρούµενα, Δελφικά εκείνα µε την άγρια οµορφιά. Η Μάνη δεν φαίνεται να χωράει σε καµιά απ’ αυτές τις κατηγορίες, γιατί είναι κάτι άλλο, η Μάνη είναι Μάνη, εκεί τα τοπία είναι µεγαλειώδη κι εµείς τυχεροί που µπορούµε και τα ατενίζουµε. Για να πλησιάσεις τη Μάνη από τη θάλασσα πρέπει να έχεις κουράγιο και να είσαι έτοιµος να αντιµετωπίσεις θεϊκές εικόνες, ξέροντας, ότι θα βρίσκεσαι στις Πύλες του Άδη, µε τον Κέρβερο απέναντι σου και τον Ηρακλή απόντα! Όµως µην ανησυχείς, το Υπνοµαντείο έχει δώσει το χρησµό του και θα επιζήσεις, άλλωστε δεν υπάρχουν µαρτυρίες ότι ο Κέρβερος ξαναγρίεψε αφότου τον εξηµέρωσε ο Ορφέας µε τη λύρα του, για να απαγάγει την Ευρυδίκη από τον Άδη. Ας ταξιδέψουµε µαζί, µια κι εγώ ποτέ δεν θα βαρεθώ αυτή τη διαδροµή, όπως και τη θάλασσα γενικά. Έλεγξε το σκάφος, γέµισε µε µακαρόνια, νερό και πετρέλαιο, σήκωσε τα πανιά και φύγαµε. Ας ξεκινήσουµε το ταξίδι µε τη µέθοδο της «λογικής κλίµακας» πηγαίνοντας από τα απλά και γενικά προς τα σύνθετα και ατοµικά, έτσι σαν πρώτο σταθµό ορίζουµε το Πόρτο Γέρακα, το «Ευλίµενον χωρίον», κατά τον Παυσανία, εδώ η δυσκολία είναι να το βρούµε, τόσο καλά που είναι κρυµµένο. Βρισκόµαστε σ’ ένα πραγµατικό Φιόρδ στη Λακωνία, που το χρησιµοποιούσαν οι Βυζαντινοί κατά των πειρατών, ενώ οι Υδραίοι και Σπετσιώτες άραζαν εκεί τα καράβια τους. Με λίγη προσοχή στο ρηχό Λαγούµι και στο πιάσιµο της άγκυρας, θα περάσουµε ωραία όσο µείνουµε, θα πάµε και στα ερείπια της αρχαίας πόλης και από κει πάνω θα αγναντέψουµε το Αιγαίο. Σηκώνουµε άγκυρα και βάζουµε πλώρη για τη Μονεµβάσια, την καστρόπολη, όπου θα αγκυροβολήσουµε στη µαρίνα ή έξω απ’ αυτήν, όχι πάντως στον ανατολικό κόλπο, γιατί αν βγάλει αέρα θα ταλαιπωρηθούµε, ακόµα και θα κινδυνεύσουµε, εγώ εκεί πλαγιοδεµένος έχω περάσει νύχτες κολασµένες. Ο επιβλητικός βράχος µε το κάστρο χώρισαν από τη στεριά από ένα σεισµό το 375 µ.χ. και από τότε συνδέονται µ’ ένα γεφύρι. Στην πόρτα του Κάστρου µας περιµένει ο Γιάννης Ρίτσος και µας καλωσορίζει στο χωριό του. Όπου κι αν πάµε µέσα στο Κάστρο είναι θαυµάσια, ενώ η θέα, του απέραντου γαλάζιου, µοναδική. Όταν αποφασίσουµε να φύγουµε, θα ορίσουµε για επόµενο σταθµό την Ελαφόνησο, µε την κάτασπρη και πεντακάθαρη άµµο και ένα τοπίο πραγµατικά Ολύµπιο. Στον δρόµο µας θα παρακάµψουµε τον Μαλέα, τον Κάβο Μαλλιά, πέρασµα για το οποίο δεν λέγονται και τα καλύτερα από τους ναυτικούς, εγώ πάντως τον έχω περάσει πολλές φορές, πάντα µε µπουνάτσα, χωρίς να µπορώ να το πω τύχη ή ατυχία. Θα σταθούµε µια βραδιά στον κόλπο του Σίµου και δεν θα µετανιώσουµε. Το Ελαφονήσι, είναι ο τελευταίος σταθµός, πριν αντικρίσουµε τη Μάνη και είναι καλό να την πιάσουµε από την αρχή, δηλ. από το Γύθειο. Ανεβαίνουµε τον δεξιό µυχό του λακωνικού κόλπου και φτάνουµε στην Πλύτρα. Συνήθως υπάρχει θέση προς τη άκρη του µόλου, όπου και εδώ οι ψαράδες θεωρούν τον µόλο ιδιοκτησία τους και πλαγιοδετούν τα καΐκια αδιαφορώντας για τους επισκέπτες, λες και ο µόλος φτιάχτηκε µε δικά τους λεφτά.. Κατά την επικρατέστερη άποψη, η Πλύτρα είναι ο αρχαίος Ασωπός. Λίγες εκατοντάδες µέτρα πριν από τον µόλο, βρίσκονται σε µικρό βάθος 4 – 5 µέτρων τα ερείπια του αρχαίου Ασωπού, ο οποίος βυθίστηκε το 375 µ.χ. από τον ίδιο σεισµό που έκοψε τον βράχο της Μονεµβάσιας. Η Πλύτρα είναι ιδανικό µέρος για καλοκαιρινές διακοπές, έτσι όπως τις θέλει ο πολύς ο κόσµος, δηλ. καθαρή και ξέβαθη θάλασσα και οργανωµένα καταλύµατα και εστιατόρια. Βόρεια της Πλύτρας, ένα µικρό γραφικό λιµανάκι ή Ελιά, σηµατοδοτεί το τέλος του ανατολικού µυχού του Λακωνικού κόλπου και την αρχή της Μάνης. Στην άκρη του µικρού µόλου ίσως υπάρχει θέση για ένα-δυο ιστιοφόρα, για εκείνους που δεν προτιµάνε το αρόδου, όπως εγώ. Σηκώνουµε άγκυρα και πάµε δυτικά, όπου σε λίγα µίλια φτάνουµε στο Γύθειο (Γυής θεών), όπου κατά τη µυθολογία, φιλονίκησε ο Απόλλωνας µε τον Ηρακλή για τον Τρίποδα του Μαντείου των Δελφών. Στον εσωτερικό µόλο το βάθος είναι 6 µε 2 µέτρα και το αγκυροβόλιο σίγουρο και αν δεν µας αρέσει πάµε δίπλα στον κόλπο της Κρανάης. Αξιοθέατα στο Γύθειο το Αρχαιολογικό Μουσείο, το Αρχαίο Θέατρο και ο Φάρος που χτίστηκε το 1837. Από εδώ αρχίζει ο άλλος κόσµος, ο κόσµος της Μάνης. Πεντακάθαρα νερά, πέτρα και πυργοπολιτείες. Το Γύθειο έχει απ’ όλα και είναι καλό σηµείο ανεφοδιασµό για τον περίπλου της Μάνης. Ένα καλό αραξοβόλι πριν από το Πόρτο Κάγιο, είναι ο Κότρωνας, Το πόρτο Κάγιο είναι το ασφαλέστερο λιµάνι λίγα µίλια βόρεια από το Ταίναρο ή Ματαπά. Αγκυροβόλιο στο νότιο σηµείο του κόλπου, σε βάθος 5-10 µέτρα, άνετο, όµορφο και ασφαλές, µε σκληρή άµµο, λίγα φύκια και λιγότερες πέτρες. Κάποια ιστιοφόρα ξεχειµωνιάζουν εδώ. Τα βουνά γύρω, δεν έχουν δέντρα, µόνο πέτρα, το στοιχείο της Μάνης, την οποία θα µπορούσαµε να λέµε «Πετρόαισα»! Πριν 25 χρόνια που ήρθα για πρώτη φορά εδώ, υπήρχε µόνο ένα ψαροκάικο και τη νύχτα σκοτάδι, πολύ σκοτάδι, µόνο σκοτάδι, τώρα κι αυτόν τον τόπο ο τουρισµός για µερικούς τον «ηµέρεψε», του φόρεσε τουριστική γραβάτα, άνοιξαν και δυο τρείς ταβέρνες και άρχισε ο συνωστισµός. Όταν είσαι σ’ αυτόν τον τόπο δεν θέλεις να φύγεις, δεν σου πάει να τον κοιτάζεις στην πρύµνη σου, είναι κάτι σαν βλαστήµια. Όταν έρχεσαι σε τέτοια µέρη, δεν πρέπει να παίρνεις µαζί σου τον χρόνο, ούτε να σε βασανίζει το «νόστιµον ήµαρ», εδώ είναι πολλές και ωραίες οι Σειρήνες, δεν πρέπει να τις χάσεις. Δυστυχώς, σαν µεγάλα παιδιά που είµαστε, συνηθίσαµε στην καταπίεση του «πρέπει», έτσι σηκώνουµε άγκυρα. Αφού περάσουµε το Ταίναρο και προσέξουµε ιδιαίτερα τις «πόρτες» του Άδη, ποιος ξέρει τι µπορεί να συµβεί, δεν θα κάνουµε το πέρασµα στην Κορώνη, θα µπούµε στον Μεσσηνιακό, για να κάνουµε κι ένα οφειλόµενο προσκύνηµα στο τελευταίο κοµµάτι της διαδροµής µας

Θα περάσουµε από καταπληκτικά µέρη, όπως τα Κοκκινόγεια, το Μαρµάρι, τον Γερολιµένα, το Μέζαπο, το Λιµένι, την Καρδαµύλη, όλα καλά ηµερολίµανα για να χαρούµε τη θάλασσα και τη στεριά, κι αν ο καιρός είναι µε το µέρος µας και οι αντοχές µας καλές, µπορούµε να µείνουµε και το βράδυ. Ανάµεσα στο Μαρµάρι και τον Γερολιµένα, υπάρχουν δύο θαυµάσιοι κόλποι οι Κάποι, απ’ όπου αγναντεύουµε τη Βάθεια, την καλύτερα διατηρηµένη και περισσότερο φωτογραφισµένη καστροπολιτεία της Μάνης.

Είπα παραπάνω για ένα οφειλόµενο προσκύνηµα, κι αυτό είναι για τον Πάτρικ Λη Φέρµορ στην Καρδαµύλη και τον Μπρους Τσάτουιν παραπάνω στο βουνό. Ο Φέρµορ ο κοσµογυρισµένος, ένας σπουδαίος συγγραφέας και απαγωγέας του στρατηγού Κράιπε (Kreipe Operation) το 1942, διάλεξε τη Μάνη για να ζήσει και να δηµιουργήσει, χτίζοντας ένα από τα ωραιότερα, αν όχι το ωραιότερο, σπίτι στην Ελλάδα, το οποίο το 1996, δώρισε στο Μουσείο Μπενάκη. Ο Φέρµορ υπήρξε ένας από τους σπουδαιότερους ανθρώπους του 20ου αιώνα και, µαζί µε τη συµβία του, τη διάσηµη φωτογράφο Τζόαν Φέρµορ, θα έπρεπε να µας ήταν περισσότερο οικείοι, γιατί αγαπούσαν πολύ την Ελλάδα και έκαναν πολλά γι’ αυτήν. Εδώ καταθέτω µια λεπτοµέρεια που έχω ακούσει από πρώτο στόµα και που προδίδει τον χαρακτήρα του Φέρµορ. Αρκετούς µήνες πριν την απαγωγή, ο Φέρµορ έπεσε µόνος αυτός στη Κρήτη µε αλεξίπτωτο µια θυελλώδη νύχτα, αφού οι σύντροφοι του δεν τα κατάφεραν και προτίµησαν να γυρίσουν στην Αίγυπτο και να έρθουν λίγες νύχτες αργότερα, µε πιο καλό καιρό. Για µήνες ζούσε µε τους αντάρτες και µελετούσε την περιοχή της Κνωσσού µε κάθε λεπτοµέρεια. Ένα βράδυ και λίγο πριν την απαγωγή, φιλοξενήθηκαν σένα σπίτι στο χωριό Παναγιά Πεδιάδας Ηρακλείου, τρείς αντάρτες. Οι οικοδεσπότες, δάσκαλοι στην περιοχή και πάνω από κάθε υποψία από τους Γερµανούς, δεν γνώριζαν τους επισκέπτες, µαγείρεψαν κρέας µε πατάτες, έβαλαν µαζί µε το κρασί και λίγη τσικουδιά και τους περίµεναν να φτάσουν στις 4 το πρωί. Τους ανέβασαν πάνω και κάθισαν στο τραπέζι µε χαµηλά τη λάµπα και το ταψί στη µέση. Ήταν κατάκοποι, ανήσυχοι και πεινασµένοι. Οι δύο όρµησαν στο φαΐ, ο τρίτος περίµενε να καθίσει και η οικοδέσποινα, ξεδίπλωσε αργά την πετσέτα του και άρχισε να τρώει µε το µαχαίρι και το πιρούνι, ήρεµος και µε αργές κινήσεις, σαν να µην πεινούσε, να ήταν ξεκούραστος και να µην κινδύνευε. Το επόµενο βράδυ έφυγαν. Μετά τη λήξη του πολέµου, ήρθε ένα ευχαριστήριο γράµµα από τη Βρετανική Κυβέρνηση για τη φιλοξενία εκείνο το βράδυ του Patrik Fermor! Από τον κόλπο της Καρδαµύλης, θα ρίξουµε µια µατιά προς το βουνό, προς το Εξωχώρι, όπου κάτω από µια ελιά και δίπλα στο εξωκλήσι του Αγίου Νικολάου, τις 15 Φλεβάρη του 1989, ο Πάτρικ Φέρµορ και η Elizabeth Chanler, έθαψαν τη στάχτη του Μπρους Τσάτουιν, ο οποίος εκεί είχε γράψει «Τα µονοπάτια των τραγουδιών». Κι αυτός ήταν ένας µεγάλος φιλέλληνας και εραστής της Μάνης και κει ήθελε να θαφτεί η στάχτη του. Παραπέρα στη Στούπα, ένας άλλος µεγάλος του πνεύµατος, πέρασε δύο χρόνια από τη ζωή του 1917-1918, έµενε σένα θαυµάσιο πετρόχτιστο σπίτι και σε µια σπηλιά εκεί κοντά, έγραψε τον «Αλέξη Ζορµπά», που δεν ήταν άλλος από τον Γιώργο Ζορµπά, τον επιστάτη του µεταλλείου του.. Σε εκείνο το σπίτι φιλοξενήθηκαν σπουδαίοι άνθρωποι των γραµµάτων και των τεχνών, ο Σεφέρης, η Κοτοπούλη, η Κυβέλη, η Εύα Πάλµερ και η Γαλάτεια Καζαντζάκη, ενώ ο πληθωρικός Σικελιανός απάγγελνε στοίχους αγναντεύοντας το πέλαγος. Εδώ τελειώνει η διαδροµή της ακτογραµµής της Μάνης και πηγαίνουµε στην Καλαµάτα για να συνεχίσουµε σε µια κανονική ιστιοπλοϊκή περιπλάνηση τον γύρο της Πελοποννήσου. Ζητώ συγγνώµη για την επί τροχάδην αναφορά στον περίπλου της χερσονήσου της Μάνης, αλλά αντιλαµβάνοµαι ότι υπάρχει και περιορισµός χώρου στο περιοδικό.

Previous Post Next Post