Η ναυτική εποποιία της Κρητικής Επανάστασης 1866-69 (Μέρος Δεύτερο)

Στο ζήτημα πάντως της μεταφοράς των Κρητών προσφύγων στην Ελλάδα οι Μεγάλες Δυνάμεις άλλαξαν άποψη όταν η κοινή γνώμη των χωρών τους ξεσηκώθηκε ιδίως μετά το ολοκαύτωμα του Αρκαδίου κατά των οικείων κυβερνήσεων για την αντιανθρωπιστική συμπεριφορά τους και από τον Ιούνιο του 1867 έδωσαν εντολή στα σκάφη τους να μεταφέρουν στη Σύρο και στον Πειραιά τις λιμοκτονούσες στις παραλίες της Κρήτης ψυχές.

Υπήρξε ευτύχημα για την Κρητική Επανάσταση, αλλά και για την Ελλάδα, ότι τον Δεκέμβριο του 1866 ανήλθε στην εξουσία ο Αλέξανδρος Κουμουνδούρος,
ο οποίος αντικατέστησε τον Δημήτριο Βούλγαρη, που δεν ήθελε να διαταράξει τις ισορροπίες με την Αγγλία και τη Γαλλία.

Ο Κουμουνδούρος είχε πολεμήσει εθελοντικά στην Κρήτη, κατά την επανάσταση του 1841 και ήταν φανατικός οπαδός της απελευθέρωσης και της ένωσής της με την Ελλάδα. Το 1866 που ανήλθε στην εξουσία είχε τη μεγάλη ευκαιρία να βοηθήσει το εξεγερμένο ήδη νησί.
Ο πολιτικός αυτός αντελήφθη αμέσως ότι το κλειδί της επιτυχίας της Κρητικής Επανάστασης, αλλά και μιας ενδεχόμενης σύγκρουσης της Ελλάδας με την Τουρκία, βρισκόταν στη θάλασσα. Τόσο η Κρητική Επανάσταση, δηλαδή, όσο και μια σύγκρουση με την Τουρκία θα κρίνονταν στη θάλασσα, ενώ μεγάλης σημασίας κατ’ αυτόν ήταν και η συμμαχία της Ελλάδας με τη Σερβία για ταυτόχρονο χτύπημα κατά της Τουρκίας από τις δύο χώρες. Και η συμμαχία αυτή συνήφθη την άνοιξη του 1867. Δεν λειτούργησε όμως λόγω της υστεροβουλίας του Βελιγραδίου.

Ως προς την προετοιμασία στη θάλασσα ο Κουμουνδούρος αποφάσισε α) την αγορά καταδρομικών σκαφών που θα εξυπηρετούσαν αποκλειστικά τους σκοπούς της επαναστατημένης Κρήτης και β) την ενίσχυση του ελληνικού πολεμικού στόλου με σύγχρονες μονάδες. Ταυτόχρονα επέβαλε και την αλλαγή του «ναυτικού δόγματος» της Ελλάδας.
Κατά τη μεταπολίτευση που ακολούθησε την έξωση του Όθωνα το ελληνικό ναυτικό εμφανιζόταν περιδεές μπροστά στην ισχύ των μεγάλων ευρωπαϊκών δυνάμεων και της Τουρκίας, ο στόλος της οποίας είχε αφεθεί ελεύθερος να οργώνει το Αιγαίο και να εισέρχεται και να εξέρχεται ανενόχλητος των ελληνικών χωρικών υδάτων, πυροβολώντας ελληνικά σκάφη εντός αυτού –και ιδίως σκάφη που εξυπηρετούσαν την Κρητική Επανάσταση–, τα οποία η Υψηλή Πύλη χαρακτήριζε «πειρατικά» και τα κατήγγελλε ως παραβιάζοντα δήθεν το Διεθνές Δίκαιο. Στην πραγματικότητα, το Δίκαιο αυτό παραβιαζόταν από τα τουρκικά πολεμικά σκάφη που εισέρχονταν ακόμη και σε ελληνικά λιμάνια για να παρενοχλήσουν τα σκάφη της Επανάστασης.
Σύμφωνα με το «ναυτικό δόγμα» της μεταπολίτευσης του 1862, αποστολή του ελληνικού στόλου ήταν η καταδίωξη της πειρατείας και της ληστείας και η εξυπηρέτηση διαφόρων λειτουργιών του Δημοσίου, όπως της Ταχυδρομικής Υπηρεσίας του!
Έτσι, το σύνολο των δυναμένων να κινηθούν πολεμικών σκαφών, που ήταν 14 (άλλα επτά ήταν παροπλισμένα λόγω παλαιότητας), ήταν ταγμένο όχι στην προστασία της Ελλάδας από την απειλητική Τουρκία αλλά στην εκτέλεση αστυνομικής και πολιτικής-κοινωνικής φύσεως έργων. Στο πλαίσιο των καθηκόντων αυτών πλοία του ελληνικού στόλου μετέφεραν σε διάφορα λιμάνια της Ελλάδας, για την εκεί προσωρινή εγκατάστασή τους, τούς καταφθάνοντες στη Σύρο και στον Πειραιά Κρήτες πρόσφυγες. Το μόνο αξιόμαχο σκάφος ήταν ο ατμοδρόμων «ΕΛΛΑΣ», πρώην «Βασίλισσα Αμαλία».
Ο Κουμουνδούρος σάρωσε εξαρχής το Δόγμα αυτό, που υπέκρυπτε, εκτός της υποτέλειας, και τάση αποφυγής σύγκρουσης με την Τουρκία, ανεξαρτήτως προκλήσεων της τελευταίας, αποδίδοντας έτσι στο Πολεμικό Ναυτικό τον πραγματικό ρόλο του, που ήταν η διά του πολέμου υπεράσπιση του πατρίου εδάφους και της τιμής της πατρίδας, από την εποχή του Θεμιστοκλέους.
Ιδού τι είπε σχετικά επ’ αυτού ο Αλέξανδρος Κουμουνδούρος, ως πρωθυπουργός, στην ομιλία του στη Βουλή την 21η Νοεμβρίου 1867:
«Ο πόλεμος, κύριοι βουλευταί, είναι η εσχάτη ανάγκη εις την οποίαν τα έθνη καταφεύγουσιν όταν η τιμή και τα συμφέροντά των κινδυνεύωσι. Τότε τον αναλαμβάνουσι θαρραλέως, δεν τον φοβούνται… δεν τρέμουσι… Δεν θα προκαλέσωμεν πόλεμον, κύριοι βουλευταί. Δεν τον επιζητούμεν. Αλλ’ εάν η ανάγκη των πραγμάτων ωθήσει τον τόπον εις την επικίνδυνον αυτήν θέσιν, δεν θα αποδειλιάσει η σημερινή Ελλάς. Θα εκπληρώσει το καθήκον της, καθώς το εξεπλήρωσαν οι πατέρες ημών, και θα υποστή θυσίας, όπως και άλλοτε υπέστη…».
Ήταν η ομιλία αυτή του Κουμουνδούρου στη Βουλή που προκάλεσε την πτώση του από την εξουσία έναν μήνα αργότερα, παρότι διέθετε την απόλυτη πλειοψηφία, με 130 βουλευτές από το σύνολο των 200 που αριθμούσε το Κοινοβούλιο της εποχής.
Τον Κουμουνδούρο υποχρέωσε σε παραίτηση ο βασιλιάς Γεώργιος Α΄, πειθαναγκασθείς προφανώς από τους Αγγλογάλλους, που τον είχαν επιλέξει για τον θρόνο της Ελλάδας πριν από δύο χρόνια και εκείνος τους είχε ξεγελάσει στη συνέχεια επιλέγοντας για σύζυγό του Ρωσίδα πριγκίπισσα,γεγονός που τους εξόργισε τα μέγιστα.
Σημειωτέον ότι, όταν η είδηση του γάμου του Γεωργίου με την Όλγα έγινε γνωστή στο Λονδίνο, η μεν αγγλική κυβέρνηση θεώρησε το γεγονός ως ένα είδος «κήρυξης πολέμου κατά της Αγγλίας», ενώ στο Παρίσι ο Γάλλος αυτοκράτορας λέγεται ότι είπε στον Έλληνα πρέσβη Θεόδ. Δεληγιάννη ότι δεν θα έδινε προίκα στη Ρωσίδα πριγκίπισσα, την Κρήτη! Το δυστύχημα είναι ότι κατά το κρίσιμο έτος 1868, και ιδίως τον Δεκέμβριο του 1868, οπότε κρίθηκε η τύχη της επανάστασης, πρωθυπουργός της χώρας δεν ήταν ο Κουμουνδούρος.
Ο διάδοχός του Δημ. Βούλγαρης, φιλοβρετανικής απόκλισης, δεν τολμούσε να κηρύξει πόλεμο κατά της Τουρκίας, όταν η τελευταία τον προκαλούσε, ούτε όμως ήταν πρόθυμος να δεχθεί ειρήνη με ατιμωτικούς όρους για την Ελλάδα και παραιτήθηκε την 25η Ιανουαρίου 1869, για να τον διαδεχθεί ο Θρασύβουλος Ζαΐμης που είπε «ναι σε όλα».
Είναι χαρακτηριστικό ότι μετά την πτώση της κυβέρνησης Κουμουνδούρου, την 20ή Δεκεμβρίου 1867, τα πάντα ως προς την ενίσχυση του ελληνικού πολεμικού στόλου άρχισαν να βραδύνουν.

Η θωρακική κανονιοφόρος «Βασιλεύς Γεώργιος», που έπρεπε να είχε παραδοθεί τον Ιανουάριο του 1868, οπότε και δεν θα επέτρεπε στον τουρκικό στόλο τις παραβιάσεις των ελληνικών χωρικών υδάτων, έφθασε στον Πειραιά τον Φεβρουάριο του 1870.
Ένα χρόνο δηλαδή μετά τη λήξη της Κρητικής Επανάστασης, την ίδια εποχή σχεδόν με την παράδοση του θωρακοδρόμωνα «Βασίλισσα Όλγα» που είχε παραγγελθεί επίσης από τον Κουμουνδούρο.
Ας επανέλθουμε όμως στα της Κρητικής Επανάστασης, επί Κουμουνδούρου, και κυρίως στην εποποιία τού εκ τριών καταδρομικών στόλου της.
Τα πλοία αυτά είχαν δοκιμαστεί στον αμερικανικό εμφύλιο πόλεμο. Ήταν ατμοκίνητα-τροχήλατα αλλά χρησιμοποιούσαν και ιστία. Μπορούσαν να αναπτύξουν ταχύτητα 17 και 18 μιλίων την ώρα, έφεραν πυροβόλα, ενώ το τονάζ τους ήταν 500 τόνοι (διπλάσιο, δηλαδή, από το τονάζ του «Πανελληνίου και της «Ύδρας»). Απέναντι στα πλοία του τουρκικού στόλου διέθεταν το πλεονέκτημα ότι ήταν ταχύτερα. Υστερούσαν όμως ως προς το βεληνεκές των πυροβόλων τους και ως προς τον αριθμό τους.
Τα καταδρομικά της Κρήτης κυβερνιόνταν από εναλλασσόμενους μεταξύ τους οκτώ εμποροπλοιάρχους της Ατμοπλοϊκής Εταιρείας Σύρου, άριστους γνώστες των μυστικών του Αιγαίου και με μακρά εμπειρία στα νερά του. Κατά τις προσεγγίσεις τους στους κρητικούς όρμους βοηθούνταν από Κρήτες πλοηγούς που γνώριζαν τα παράλια της Μεγαλονήσου σπιθαμή προς σπιθαμή.
Τα πληρώματα των τριών καταδρομικών, υπαξιωματικοί και ναύτες, προέρχονταν από το Ελληνικό Πολεμικό Ναυτικό και διακρίνονταν για τις ικανότητές τους στις βολές των πυροβόλων και στην πειθαρχία τους, απολύτως αναγκαία για τη διαπεραίωση της αποστολής τους, κατά τη φόρτωση και την εκφόρτωση πολεμικού υλικού και εθελοντών και γυναικόπαιδων με λέμβους (τα πλοία έμεναν αρόδο) και στον συντομότερο δυνατό χρόνο και σιωπηρώς, ει δυνατόν, χωρίς θορύβους, πάντοτε στη διάρκεια νύχτας χωρίς φεγγάρι, ώστε να μην εντοπίζονται από τον εχθρό. Η τιμή αγοράς των τριών καταδρομικών της Κρήτης κυμαινόταν στις 15.000 λίρες το κάθε ένα. Τους δόθηκαν συμβολικά τα ονόματα ΑΡΚΑΔΙ, ΕΝΩΣΙΣ και ΚΡΗΤΗ.
Τα χρήματα για το ΑΡΚΑΔΙ τα κατέβαλαν οι ομογενείς του Λονδίνου, ενώ για την ΕΝΩΣΗ και για την ΚΡΗΤΗ, αλλά και για δύο άλλα που προορίζονταν για τον ελληνικό στόλο, την ΑΜΦΙΤΡΙΤΗ και την ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΙΝΑ, κατεβλήθησαν από δάνειο 25 εκατομμυρίων φράγκων το οποίο συνήψε το Ελληνικό Δημόσιο. Αγοραστές των ομολογιών του δανείου αυτού ήταν μόνο ελληνικής ιθαγένειας άτομα, μετά από αυστηρή εντολή του Κουμουνδούρου, ο οποίος γνώριζε την αρπακτικότητα που διέκρινε τους ξένους δανειστές.
Το ΑΡΚΑΔΙ έφθασε στην Ελλάδα και ανέλαβε αμέσως δράση, τον Φεβρουάριο 1867. Η ΕΝΩΣΙΣ και η ΚΡΗΤΗ τον Ιούνιο-Ιούλιο 1867.
Η Τουρκία αντέδρασε αγοράζοντας τρία σκάφη στα οποία έδωσε κρητικά ονόματα, ήτοι ΗΡΑΚΛΕΙΟ, ΡΕΘΥΜΝΟ και ΧΑΝΙΑ, τα οποία πρόσθεσε στον στόλο της που είχε αποκλείσει την Κρήτη.
Τα τρία ελληνικά καταδρομικά πραγματοποίησαν 79 ταξίδια προς την Κρήτη με επιστροφή, γεγονός το οποίο σημαίνει ότι διέσπασαν τον αποκλεισμό της Μεγαλονήσου από τον τουρκικό στόλο 157 φορές· ήτοι 92 φορές η ΕΝΩΣΙΣ, 45 το ΑΡΚΑΔΙ και 20 η ΚΡΗΤΗ, κατά την πραγματοποίηση 46 ταξιδιών από την ΕΝΩΣΙ, 23 από το ΑΡΚΑΔΙ και 10 από την ΚΡΗΤΗ.
Η εφοπλιστική διαχείριση των τριών καταδρομικών ασκούνταν από την Ελληνική Ατμοπλοΐα Σύρου. Η ιδιοκτησία τους όμως ανήκε στην ΚΕΑ, χωρίς βέβαια να φαίνεται κάτι τέτοιο επισήμως, για ευνόητους λόγους.

Το ΑΡΚΑΔΙ, επειδή αποκτήθηκε πρώτο, έφερε το όνομα της Μονής όπου σημειώθηκε το μεγαλύτερο ολοκαύτωμα αγωνιστών της Ελληνικής Ιστορίας και αντιμετώπισε την άγρια καταδίωξη του τουρκικού στόλου και τη στοχοποίησή του από την Πύλη με την επικήρυξή του έναντι 20.000 λιρών.
Το πλοίο αυτό έγινε θρύλος, σε σημείο μάλιστα ο ελληνικός λαός να αναμένει εναγωνίως την είδηση της άφιξής του σε ελληνικό λιμάνι, ιδίως όταν οι πλόες του καθυστερούσαν διότι ήταν αναγκασμένο να κρύβεται σε απόμερους όρμους προκειμένου να αποφύγει τη σύλληψη ή καταβύθισή του από τρία και τέσσερα τουρκικά πολεμικά σκάφη που το καταδίωκαν σε κάθε ταξίδι του.
Οι Τούρκοι το αποκαλούσαν γι’ αυτό «σεϊτάν βαπόρ» («πλοίο του διαβόλου»), ενώ ο Έλληνας ποιητής Αχιλλέας Παράσχος αφιέρωσε στον 13ο επικίνδυνο πλου του ποίημα, στίχους του οποίου οφείλω λόγω της περιστάσεως να αναφέρω:
Πού είσαι και δεν φαίνεσαι, περήφανο «Αρκάδι»;
Το μεσημέρι πέρασε, εδιάβηκε το βράδυ κι ακόμη
δεν εφάνησαν τα κάτασπρα πανιά σου,
στην Κρήτη μην έμεινες μαζί με τα παιδιά σου;
[…]
Α! Ένα μόνο το ’χομε, δεν είναι δύο, ένα (είναι)!
Μας το ’χουνε τ’ αδέλφια μας απ’ τη Φραγκιά σταλμένο.
Και με αυτό εστέλναμε το ύστερο ψωμί μας,
το ύστερό μας φόρεμα και κάπου το σπαθί μας…

Πέτε, παιδιά, γνωρίζετε τι είναι το Αρκάδι;
Είναι το γλυκοχάραμα στης Κρήτης το σκοτάδι…
είναι οι Σπέτσες, τα Ψαρά, η Ύδρα, η καρδιά μας.
Είναι το μάννα τ’ ουρανού, που θρέφει τα παιδιά μας.
Είναι της Κρήτης η ζωή, το άγιο φυλακτό της,
είναι η ίδια η Ελλάς μαζί με τ’ όνειρό της!…


Διαβάστε το πρώτο και το τρίτο μέρος του αφιερώματος.

Previous Post Next Post
0 shares