Αναμνήσεις από Ιστιοπλοϊκές Κρουαζιέρες: Προς τη Λέσβο

Μέσα Αυγούστου 1985. Έχουμε σχεδιάσει με την Έλενα, τη γυναίκα μου, μια ιστιοπλοϊκή εξόρμηση στη Λέσβο. Ένα Westerly 33, πολύ βολικό για τους δυο μας, μας περιμένει, με αγγλικό φλέγμα, στην 3η μαρίνα της Γλυφάδας. Το έχουμε ετοιμάσει από κάθε άποψη κι ένα απόγευμα κατεβαίνουμε να ρίξουμε μια τελευταία ματιά, με πρόθεση ν’ αναχωρήσουμε την επομένη το πρωί. Ως που να τελειώσει η τελευταία αυτή επιθεώρηση έχει πέσει το σκοτάδι κι ένας μέτριος άνεμος έρχεται απ’ τον νοτιά.

Ξαφνικά σκέφτομαι πως θα ΄ταν ιδανικός καιρός για να περάσουμε τον κάβο Ντόρο. Κι αν ξεκινούσαμε απόψε;
Η απόφαση παίρνεται γρήγορα. Ένα ελαφρό δείπνο στην καντίνα της μαρίνας και κατά τις 11 μ.μ. αφήνουμε την κατάφωτη Γλυφάδα. Τούτη η περιοχή, ο αρχαίος Δήμος Αιξωνέων, ήταν πριν 50 χρόνια ένα μικρό χωριό, που υδρευόταν από πηγάδια, τα πιο πολλά με νερό γλυφό, εξ’ ου και το όνομα του χωριού. Η πανέμορφη θέση εκτιμήθηκε σιγά σιγά και η Γλυφάδα εξελίχθηκε σ’ αυτό που είναι τώρα, ένα ωραίο προάστιο με ακριβές κατοικίες, πολυτελή ξενοδοχεία και κέντρα και μια σειρά από μαρίνες.
Ξανοιγόμαστε και πλέουμε παράλληλα με την ακτή, προς το Σούνιο. Ο άνεμος γαρμπής στα 5 μποφόρ. Με τη μεγάλη genoa το log δείχνει ταχύτητα γύρω στους 7 κόμβους.
Η ακτογραμμή είναι εντυπωσιακή, κατάφωτη, με τ’ αυτοκίνητα να κινούνται διαρκώς στον παραλιακό δρόμο. Περάσαμε τη Βούλα, φτάνουμε στη Βουλιαγμένη. Πανηγύρι φωτός. Κάποτε κι εδώ ένα χωριουδάκι ήταν. Η αμμουδιά απλωνόταν στον “λαιμό” απ’ άκρου σ’ άκρο και τα νερά ήταν ξέβαθα. Αθηναίοι και Πειραιώτες έρχονταν για μπάνιο είτε στη ζεστή αμμουδιά είτε στην όμορφη λίμνη. Τώρα η Βουλιαγμένη, ο αρχαίος Δήμος Αναργυρούς, έχει γίνει μια τουριστική γωνιά υψηλής πολυτέλειας, απ’ τις ελκυστικότερες του κόσμου.
Απέναντι, δεξιά μας σιωπηλές οι Φλέβες, η αρχαία Φαύρα. Μόλις βγαίνουμε απ’ το στενό ένα μεγάλο, κατάφωτο ποστάλι μας προσπερνά από δεξιά ολοταχώς. Βιάζεται να φέρει τους τουρίστες σ’ επαφή με την ομορφιά των ελληνικών νησιών.
Είναι 1 π.μ. όταν περνούσαμε το στενό στο Γαϊδουρονήσι. Η ονομασία της νησίδας αυτής οφείλεται στους Ενετούς, που την ονόμασαν Asino. Παλαιότερα ονομαζόταν “Πατρόκλου Χάραξ” γιατί ο ναύαρχος του Πτολεμαίου του Λάγου, Πάτροκλος, θέλοντας να ελέγχει την περιοχή του Σαρωνικού Κόλπου, είχε χτίσει πάνω στο νησί ένα μικρό τείχος, όπως αναφέρει ο Παυσανίας (Α,α,1).
Να και το Σούνιο. Οι παραθαλάσσιες ταβερνούλες, τα φώτα του ξενοδοχείου κοντά στην αμμουδιά. Λίγο πιο μέσα είναι ο χώρος όπου βρισκόταν ο ναός της “Σουνιάδος Αθηνάς”. Και πιο μέσα απλώνεται η γη της Αττικής, η φορτωμένη με ιστορία, η πάντα ζωντανή, ζεστή, ευλογημένη.
Οι κολώνες του ναού του Ποσειδώνα πάνω στο ύψωμα δεν φάινονται, σκεπασμένες από τη νύχτα. Λένε πως ο ναός αυτός χτίστηκε επί Περικλή, από μάρμαρο, στη θέση ενός προηγούμενου ναού από πωρόλιθο, που τον είχαν καταστρέψει οι Πέρσες. Παρά το ότι δέρνεται, σχεδόν 2.500 χρόνια τώρα, από θαλασσινούς, αλμυρούς αέρηδες και καίγεται απ’ τον καυτό μεσογειακό ήλιο, αρκετές κολώνες του αντέχουν ακόμα, σημάδι από μακριά για τους τιμονιέρηδες.
Το Σούνιο είναι το πιο ονομαστό ακρωτήρι της Ελλάδας. Το αναφέρει ο Όμηρος σαν «ιερόν άκρον Αθηναίων».
Αναφέρει μάλιστα (Οδύς. Γ, 248) ότι ο Μενέλαος, γυρίζοντας απ΄ την Τροία, έχασε εδώ τον σπουδαίο καπετάνιο του Φρόντιδα και τον έθαψε μ’ όλες τις νεκρώσιμες τιμές πάνω στον λόφο.
Καθώς αφήνουμε αριστερά μας τη σπίθα του Μακρονησίου ο άνεμος δυναμώνει, κι έρχεται δεξιόπρυμνα. Το westerly δεν δείχνει να χαμπαριάζει. Ταχύτητα 7,5 ως 8 κόμβους. Ρότα 50ο. Είναι 3.30 π.μ. Η απόλυτη νύχτα. Το μαύρο επικρατεί στο νερό, στους όγκους της Εύβοιας και της Άνδρου, παντού. Όμως, όταν κοιτάξεις τον ουρανό βλέπεις τα’ αστέρια, τόσο αμέτρητα, τόσο λαμπερά, τόσο μακριά μας μα και τόσο μπροστά στα μάτια μας. Τι όμορφη μπορεί και γίνεται η νύχτα στο Αιγαίο! Πόσο πρέπει να ευγνωμονούμε το Θεό, που μας επιτρέπει να ζούμε στιγμές σαν κι αυτές! Η νύχτα αυτή πέφτει σαν βάλσαμο στην ψυχή, διώχνει κάθε δυσάρεστη σκέψη, σε εκμαυλίζει, τόσο που θέλεις να σιγοτραγουδήσεις…
Καθώς η ώρα περνά προχωρούμε με καλή ταχύτητα. Τώρα πια βλέπω τα φανάρια του Μεγαλονησιού και της Φάσσας. Αυτά τα πύρινα, παλλόμενα μάτια που, όπως γράφει ο Παύλος Μελάς στα “Φλογισμένα Πέλαγα” ανοίγουν όχι για να ιδούν αλλά για να τα ιδούν, δίνουν μια καθησυχαστική σιγουριά στον νυχτερινό θαλασσοταξιδευτή.
Είναι άραγε οι φάροι ένα απ’ τα εφευρήματα του σοφού Παλαμήδη; Η είχαν επινοηθεί από προγενέστερους ναυτικούς λαούς; Οπωσδήποτε, εικόνες σε αγγεία και νομίσματα και αναφορές απ’ τον Στράβωνα και άλλους δείχνουν ότι οι αρχαίοι Έλληνες έχτιζαν σε κατάλληλες παραλιακές θέσεις ψηλά κτίσματα σαν σημάδια για τη διευκόλυνση των ναυτικών. Πολλά από αυτά τα κτίσματα τα έκαναν ορατά και τη νύχτα, ανάβοντας στην κορυφή τους δυνατές φωτιές με ξύλα. Η εξέλιξη αυτών των κτισμάτων οδήγησε ως τον περίφημο φάρο της Αλεξάνδρειας. Οι Ρωμαίοι και οι Βυζαντινοί στη συνέχεια έχτιζαν φάρους, όπως επίσης και οι μεσαιωνικοί λαοί. Μέχρι και τον 18ο αιώνα οι φάροι λειτουργούσαν με φωτιές από ξύλα. Σιγά – σιγά επινοήθηκαν συστήματα καλύτερων φωτεινών πηγών, κατόπτρων και ανακλαστήρων και οι φάροι χτίστηκαν μεθοδικά σε κάβους και σημαντικές για τους ναυτιλλομένους θέσεις, με φαροφύλακες να φροντίζουν τη λειτουργία τους. Ποιος από όσους αγαπούν να τριγυρνούν στις θάλασσες δεν καμάρωσε τα χαριτωμένα αυτά κτίσματα των φάρων; Σήμερα βέβαια επινοήθηκαν αυτόματοι φάροι, που λειτουργούν αποτελεσματικά χωρίς την ανάγκη μεγάλων κτισμάτων και φαροφυλάκων. Οι γραφικοί παλιοί φάροι γίνονται πια ιστορία. Παρά πάντως τα σύγχρονα μέσα, τα GPS, τα Radar και ό,τι άλλο διευκολύνει τη ναυσιπλοΐα, οι φάροι θα είναι πάντα ένα στοιχείο που κάνει πιο ήμερη τη θάλασσα τη νύχτα.
Έχουμε σχεδόν περάσει το μπουγάζι του Καφηρέα. Είναι ακόμα σκοτάδι κι όμως ξαφνικά κάτι αλλάζει. Κάτι μου λέει πως έρχεται η αυγή. Αυτό το αίσθημα, μυστηριακό, ανεξήγητο, το είχα συχνά όταν με βρίσκανε στη θάλασσα τα όρια της νύχτας. Τι είναι; Να ναι μια ακτινοβολία που φτάνει πριν απ’ το ορατό φάσμα να κεντήσει το νευρικό μας σύστημα; Να ναι μια περίεργη μεταβολή στα στοιχεία του αέρα; Δεν μπορώ να δώσω εξήγηση, όμως αυτό το αίσθημα ενός προ αυγινού μηνύματος μες στη νυκτερινή θάλασσα το έχω νοιώσει πολλές φορές.
Περνά αρκετή ώρα. Ο νοτιάς πέφτει σιγά – σιγά. Και κάποια στιγμή στην ανατολή τ’ αξεδιάλυτα σκοτάδια αρχίζουν ν’ αραιώνουν. Το φως, λευκό και δειλό στην αρχή, γίνεται όλο και πιο έντονο και αρχίζει να ροδίζει. Ξάφνου να το πρώτο γνέψιμο του ήλιου. Όλα αλλάζουν. Η θάλασσα αρχίζει να πίνει γαλάζιο φως. Μια άχνα γαλακτερή μας τριγυρίζει. Ο αέρας έχει πέσει τελείως. Μαϊνα λοιπόν τα πανιά και, κατ’ ανάγκη, η μηχανή. Πορεία 60ο με ταχύτητα 7,5 κόμβους, για τα Ψαρά. Ώρα 10 π.μ. Ο ήλιος έχει ανέβει ψηλά, η υγρασία γύρω όλο και πυκνότερη γίνεται αλλά το γαλάζιο κυριαρχεί σε ουρανό και θάλασσα. Τώρα στεριές δεν φαίνονται, μόνο δεξιά μας οι βράχοι Καλόγεροι στέκουν μαυριδεροί μες στο γαλάζιο όνειρο. Ποτέ δεν φούντωσε πάνω τους δέντρο, ούτε φύτρωσε χορτάρι, ούτε αραξοβόλι σε πλεούμενο στάθηκαν. Μόνο οι γλάροι ξαποσταίνουν πάνω τους.
Σ’ αυτούς τους βράχους χάθηκαν, κατά τον Όμηρο, ο Αίας ο Λοκρός και οι σύντροφοί του, γυρίζοντας απ’ την Τροία, κάπου 3.200 χρόνια πριν. Μετά την άλωση της Τροίας οι Αχαιοί δεν διάλεξαν όλοι την ίδια ρότα για την επιστροφή στα μέρη τους. Ο Οδυσσέας διάλεξε το δρομολόγιο της Θάσου, της Χαλκιδικής, των Βορείων Σποράδων και των ανατολικών παραλιών της Εύβοιας για ν’ ακολουθήσει την περιπετειώδη μοίρα του. Ο σοφός Νέστορας προτίμησε να πορευθεί απ’ το Σίγρι της Λέσβου κατ’ ευθεία στον Καφηρέα. Στάθηκε τυχερός γιατί φυσούσε φαίνεται ήπιος γρέγος, που έσπρωξε χωρίς προβλήματα τα πλοία του μέχρι την Εύβοια. Την ίδια ρότα ακολούθησαν κι ο Διομήδης (Οδύς. Γ, 180) και ο Μενέλαος, που, όπως είδαμε, αναγκάστηκε να κάνει και την ταφή του πλοηγού του στο Σούνιο (Οδύς. Γ,283). Τους μιμήθηκε κι ο Αίας ο Λοκρός, όμως με αλαζονική υπερεμπιστοσύνη στις δυνάμεις του (Οδυσ. Δ,500). Έτσι, φαίνεται, πως η οργή του Ποσειδώνα, ή μάλλον η νύχτα και η κακοκαιριά τον έριξαν πάνω στον Γυραιό βράχο, δηλαδή στους Καλόγερους, όπου βρήκε τραγικό χαμό. Η μοίρα υπήρξε τελικά κακή και για τους δύο Αίαντες του Τρωϊκού πολέμου.
Σιγά – σιγά ξεκαθαρίζουν ο όγκος της Χίου και τα Ψαρά. Ώρα 3.30’ μ.μ. πλησιάζουμε στο λιμανάκι των Ψαρών. Απ’ το λιμάνι βγαίνει ένα όμορφο καταμαράν και προχωρεί ανατολικά, προφανώς για τη Χίο. Στην αποβάθρα γίνονται έργα βελτίωσης. Είναι αραγμένες μερικές μικρές τράτες και πλευρισμένο ένα μικρό μηχανοκίνητο σκάφος. Αράζουμε δίπλα στις τράτες.
Το απόγευμα είναι ήρεμο, ζεστό, νυσταλέο. Η Έλενα πέφτει σε βαθύ ύπνο. Εγώ, έχοντας ακόμη την έξαψη του ταξιδιού, βγαίνω για ένα βαρύ, σκέτο ελληνικό καφέ.
Σκέπτομαι πως τούτο το νησί, που ο Στράβωνας το ονόμαζε «τα Ψύρα» που στ’ αρχαία χρόνια, χωρίς να παράγει κρασί, διέθετε σημαντικό ναό αφιερωμένο στον Διόνυσο, δεν μπορεί παρά στα χρόνια εκείνα να χρησίμευε σαν ενδιάμεσος σταθμός για τα ελληνικά πλεούμενα που ανέβαιναν ή κατέβαιναν απ’ τη χώρα του σιταριού, την Αία. Το σιτάρι άλλωστε ήταν το “Χρυσόμαλλο Δέρας” και γι’ αυτό οι Αργοναύτες πάσχισαν να φτάσουν στη χώρα του Αιήτη. Για το σιτάρι καταστράφηκε κι η Τροία, γιατί εκεί που βρισκόταν εμπόδιζε τα πλοία των Αχαιών να περνούν ελεύθερα τα Δαρδανέλια, προς και από τον Εύξεινο Πόντο. Κανένα σοβαρό μυαλό δεν θα χωρούσε ότι Αργείοι και Σπαρτιάτες και Ιθακήσιοι και Πύλιοι και Λοκροί και Θεσσαλοί και Κρήτες και, και… ξεσήκωσαν στρατούς και στόλους και πολέμησαν 10 χρόνια και έχυσαν αίμα και δάκρυα και κατέστρεψαν μια χώρα ευγενών ανθρώπων για να ξαναφέρουν πίσω μια ξεστρατισμένη ωραία βασίλισσα.
Τα Ψύρα βέβαια θα υπήρξαν κατά καιρούς και ορμητήρια πειρατών, ιδίως όταν οι Σαρακηνοί έκαναν επιδρομές σ’ αυτές τις θάλασσες. Όμως τον 17ο αιώνα μερικές ελληνικές οικογένειες απ’ την Εύβοια, τη Μαγνησία, την Ήπειρο και τη Χίο, μη αντέχοντας τη σκλαβιά απ’ τους Οθωμανούς, καταφεύγουν στο σχεδόν έρημο αυτό νησάκι και οργανώνονται σε μια ναυτική κοινότητα, που σιγά – σιγά αρχίζει να αποκτά ένα βαθμό ευμάρειας.
Όταν, γύρω στα 1770 ο στόλος της Αικατερίνης Β΄ πολεμά στο Αιγαίο τους Τούρκους, οι Ψαριανοί με τις ταπεινές σακολέβες τους γίνονται κακός μπελάς για τα τούρκικα πολεμικά, Τότε που διακρίθηκε σαν μπουρλοτιέρης ο μετέπειτα εθνικός ευεργέτης Ιωάννης Βαρβάκης. Αλλά Ρώσοι και Τούρκοι τα βρίσκουν στο Κιουτσούκ – Καϊναρτζή. Οι Τούρκοι φλέγονται από εκδικητική μανία και θέλουν να ρημάξουν τα Ψαρά. Όμως… φυσούν ντούζικοι νοτιάδες και πώς τα καράβια τους να κατέβουν στη στράτα του νοτιά και να φθάσουν στο νησάκι! Ευτυχώς δεν τους δυσκόλευε μόνο η Μάλτα. Στα χρόνια της επανάστασης του 1821 οι Ψαριανοί μπαίνουν πολύ στη μύτη του Μουράτ. Παπανικολής, Βρατσάνος, Βουρέκας, Μανιάτης και πολλοί άλλοι Ψαριανοί μπουρλοτιέρηδες ρήμαζαν τα πολεμικά καράβια του Σουλτάνου. Και πάνω απ’ όλους ο παγκόσμιος, θρυλικός πυρπολητής, ο Κωνσταντής ο Κανάρης.
Δίνεται λοιπόν το 1824 στον Χοσρέφ πασά η εντολή να καταστρέψει τα Ψαρά.
Κοιτάζω κατά το νοτιά, το Παλαιόκαστρο, τη μαύρη ράχη του Σολωμού. Για τούτο το ασήμαντο οχυρό ξεκινούν απ’ τη Μυτιλήνη 140 πολεμικά πλοία και 14.000 στρατιώτες. Οι Ψαριανοί θα μπορούσαν να φύγουν με τα δικά τους πλεούμενα. Όμως μένουν και δίνουν την άνιση αλλά πεισματική μάχη για το νησί τους. Κι όταν οι Τούρκοι πατούν το Παλαιόκαστρο ο Αντώνης Βρατσάνος βάζει φωτιά στη μπαρουταποθήκη. Ελευθερία η θάνατος έλεγαν τότε οι Έλληνες.
Η ώρα προχωρεί, σουρουπώνει. Δροσερές αύρες έρχονται απ’ το πέλαγος, ευπρόσδεκτες μες στην καλοκαιριάτικη κάψα. Η Έλενα ξυπνά κι έρχεται μαζί μου για μια βολτίτσα στα δρομάκια των Ψαρών. Και το απροσδόκητο: συναντώ ένα στενό μου φίλο και συνάδελφο που διάλεξε τα Ψαρά για το καλοκαίρι. Η συνάντηση μας δίνει πολλή χαρά. Μικρός ο κόσμος!
Στο βόρειο άκρο του λιμανιού ένα παλιό λοιμοκαθαρτήριο έχει μετατραπεί σ’ ένα γραφικό εστιατόριο. Εκεί θα δειπνήσουμε όλοι παρέα. Κι έχουν κάτι παχουλούς, φρέσκους κολιούς!
Η νύχτα έχει πέσει. Η νύστα δεν αντέχεται πιά. Ώρα για ένα βαθύ, αναζωογονητικό ύπνο. Το westerly περιμένει γεμάτο υπομονή και ευγένεια…

Previous Post Next Post