Μια παρέα στο Ιόνιο

Θυµάµαι πριν λίγα χρόνια την πρώτη ηµέρα πάνω στο σκάφος της σχολής. Άγνωστες λέξεις ακούγονταν από παντού: όρτσα, µπαλαούρο, σκότα, τζένοα, ψαλιδιά… λέξεις που µόνο στα λογοτεχνήµατα του Καββαδία είχα συναντήσει ή στο αγαπηµένο παιδικό τραγουδάκι «κάνε µια καντηλίτσα». Και χαµογέλασα όταν δεµένοι πλέον µε πρυµάτσες στο Σαρακήνικο της Ιθάκης την προτελευταία ηµέρα των διακοπών µας φέτος στο Ιόνιο άκουγα τους φίλους µου να λένε: «Κατεβαίνεις κάτω; θα νετάρω τη σκότα της µαΐστρας, τσέκαρε πληζ τις σεντίνες και κλείσε τη βάνα». Για να ακολουθήσουν χαρούµενες φωνές, βουτιές και τραγούδια, διαφωνίες για το «τι τσιµπάει καλύτερα στη συρτή», µοίρασµα των κρεβατιών και άπειρες συζητήσεις επί παντός επιστητού.

Και να σκεφτεί κανείς πως η παρέα αυτή που γελούσε και βουτούσε και µαγείρευε εκεί στο Σαρακήνικο της Ιθάκης ήµασταν κάποτε αντίπαλοι. Ως «αντίπαλα» πληρώµατα από 3 σκάφη, γνωριστήκαµε – άλλοι λίγο και άλλοι πολύ – στους εκπαιδευτικούς αγώνες Sailing Training Cup της σχολής του ΠΟΙΑΘ, καθώς οι περισσότεροι είχαµε λάβει µέρος τις δύο τελευταίες χρονιές δηµιουργώντας παρέες µικρές ή µεγαλύτερες. Μοναδικό κοινό ήταν η αγάπη µας για την ιστιοπλοΐα και το δίπλωµα του ΠΟΙΑΘ, ενώ µε στόχο την ανάγκη µας να ανοίξουµε τα φτερά µας µακριά από την ασφάλεια των δασκάλων, οργανώναµε τις διακοπές µας ή τις µικρότερες αποδράσεις µας ενοικιάζοντας σκάφη µε κάθε ευκαιρία. Η συµφωνία ήταν απλή: βοηθώντας ο ένας τον άλλο, µοιράζοντας θέσεις και µελετώντας προσεκτικά τον καιρό, φέτος κάποιοι βρεθήκαµε για δεύτερη φορά στα νερά του Ιονίου, µε θάρρος και όπλα φυσικά τις συµβουλές των δασκάλων µας και τα εφόδια των γνώσεων που αποκτήσαµε στα µαθήµατα και τους αγώνες.

– «Θα ανάψει κάποιος το φως αγκυροβολίας;»

– «Να βάλω το κινητό µου να φορτίσει;»

Οι ερωτήσεις µε ξυπνούν από τις σκέψεις µου και φοράω τα παπούτσια µου για να βουτήξω ως τον επόµενο κόλπο που κάποιοι Ιταλοί επιδίδονται στις βουτιές. Η συµφωνία για το ποιος θα µείνει στο σκάφος γίνεται πλέον µε τα µάτια και η ενηµέρωση για την ώρα επιστροφής ή την κατεύθυνση µε τα δάχτυλα. Θα ακολουθήσει η γνωστή ρουτίνα: µαγείρεµα, σερβίρισµα, πλύσιµο πιάτων, ποτά, ρουτίνες και στιγµές που όσο ίδιες κι αν είναι κάθε φορά τόσο διαφορετικές γίνονται, από τα αστεία και τα πειράγµατα που δίνουν και παίρνουν κόβοντας την πιπεριά Julien, προσθέτοντας τζίντζερ και σερβίροντας µαλαγουζιά στο πλαστικό ποτήρι. Αλλά πάντα τόσο ξεχωριστές από τα χρώµατα της θάλασσας και του ουρανού – ok και του φακού – και τα επιφωνήµατα ανακούφισης, ευχαρίστησης και απόλαυσης τελικά.

DCIM\100GOPRO\GOPR0616.JPG

Δεν γνωρίζω αν ο καλός ο καπετάνιος φαίνεται στη φουρτούνα. Αυτό που µας έµαθαν είναι τη φουρτούνα να την αποφεύγουµε. Αυτό όµως που διαπιστώνω κάθε φορά είναι σίγουρα ότι ο καλός καπετάνιος φαίνεται στη σύµπνοια του πληρώµατος και στην προσεκτική µελέτη των επιλογών την ώρα της ανάγκης. Όπως προχθές. Δεµένοι µε πρυµάτσες σε έναν κόλπο στον Κάλαµο που οι ριπές πίσω από τα βουνά ξέσερναν σιγά σιγά την άγκυρα. Οι απόπειρες να µαζέψουµε και να ξαναρίξουµε άγκυρα λύνοντας και ξαναδένοντας τις πρυµάτσες, µόνο καθυστέρησαν αλλά δεν έλυσαν το πρόβληµα. Γύρω στις 2 το πρωί ξεκινήσαµε νυχτερινή πορεία για τον Μύτικα αφού η άγκυρα δεν µας κρατούσε πουθενά. Κάποιοι ξεκουράστηκαν, κάποιοι έµειναν πάνω να βοηθούν στην αναγνώριση των σηµαδιών τη νύχτα, να βάζουν και να βγάζουν µπουφάν αφού το wintex έδινε 20 κόµβους αέρα. Τα λαϊκά στο κινητό του καπετάνιου έδιναν κι έπαιρναν για να µας κρατήσουν σε εγρήγορση και κάπως έτσι τραγουδώντας αυτή η αλλοπρόσαλλη παρέα αναγνώρισε σαν όαση … τα φανάρια του λιµανιού του Μύτικα. Ήταν πια 5 το πρωί. Και το ότι βρήκαµε θέση εξωτερικά του µικρού µώλου ήταν ένα από αυτά που λες µικρά καθηµερινά θαύµατα. Ξηµερώµατα της Παναγίας.

«Θα κάνουµε πανάκια;» ακούστηκε ο καπετάνιος παίρνοντας πορεία για Σύβοτα και 5 λεπτά µετά το σκάφος κουπαστάριζε από τον µαΐστρο του µεσηµεριού. Η λαχτάρα και η αγωνία των αγώνων σαν να ξύπνησαν απότοµα. Κρίµα να µην έχουν τα ναύλα ένα σπινακόξυλο. Να θυµηθούµε τους αγώνες Sailing Training Cup που όσο µας χώριζαν άλλο τόσο µας ένωναν! Ας είναι… Μας περίµενε θέση µε remezzo, θα παίρναµε ρεύµα και νερό και θα απολαµβάναµε το φαγητό σε µια από τις τοπικές ταβέρνες. Αλλά κυρίως θα αποζητούσαµε το µπάνιο µε αφρόλουτρο και σαµπουάν και µε την ασφάλεια πως δεν θα αδειάσει το tanky. «Θα γεµίσω την µπανιέρα και θα µείνω εκεί» φώναξα κοροϊδευτικά όταν δέσαµε στο λιµάνι ενώ για την επόµενη ώρα οι αντλίες δεν σταµάτησαν να δουλεύουν. Βόλτες, φαγητό, σουπερµάρκετ, παγωτό πράγµατα απλά και συνηθισµένα τα απολαµβάνεις πια όχι σε µεγαλύτερη αλλά στην πραγµατική τους διάσταση… ίσως τελικά να είναι αυτό που έλεγε ο Καζαντζάκης για την ευτυχία: «πράγµα απλό και λιτοδίαιτο ένα ποτήρι κρασί, ένα κάστανο, ένα φτωχικό µαγκαλάκι, η βουή της θάλασσας. Τίποτα άλλο».

Μεγανήσι, Σκορπιός και τελικά Λευκάδα. Ο αέρας δυνάµωνε και το φουντάρισµα δυσκόλευε ο καθένας όµως έχει πάρει τη θέση του πάνω στο σκάφος. Από την πλώρη ακούγεται η καδένα 10 µέτρα, 20 µέτρα, 30 µέτρα. Αυτό ήταν. Οι διακοπές έφτασαν στο τέλος τους. Ασφαλείς και γεµάτοι εκείνη την ηµέρα νιώθαµε όλοι πια λίγο πιο περήφανοι από εχθές. Ελάχιστα πιο έµπειροι και πολύ πιο σίγουροι πως κάτι καταφέραµε. Σαν εκείνος ο αγώνας του Αργοσαρωνικού να τερµάτισε πάλι σήµερα, εκεί και είµαστε όλοι νικητές. Εκείνη τη νύχτα φάγαµε γρήγορα, ήπιαµε αργά, τραγουδήσαµε δυνατά.

Μάλλον κάπως έτσι καταλαβαίνεις ότι πέρασες καλά στις διακοπές: όταν τα χέρια σου πονούν από το κολύµπι και το βόλευ στις πρυµάτσες, όταν τα µακαρόνια γίνονται η βασική σου τροφή και οι 6 ώρες δείχνουν να είναι αρκετές για να κοιµηθείς. Όταν περνάς τη νύχτα µε την παρέα σου ξαπλωµένη στο σπιράγιο αναγνωρίζοντας τα αστέρια και τα όρια του γαλαξία. Και όταν κατόπιν παίζοντας προσπαθείς να εξηγήσεις µε παντοµίµα την «ανεµελιά». Όταν δεν χρειάζεται να ανησυχείς για το πόσο δυνατά θα γελάσεις γιατί απλά δεν ενοχλείς κανέναν. Όταν το κινητό σου ανοίγοντας τη συλλογή φωτογραφιών είναι γεµάτη µπλε και χαµόγελα. Όταν γνωρίζεις πια να διαβάζεις windy και meteo καλύτερα και από την Ιστορία της Γ’ Λυκείου. Κι όταν αυτό το «λιτοδίαιτο πράγµα» του Καζαντζάκη δεν είναι πια ένα κάστανο ή η βουή της θάλασσας αλλά γίνεται αναµνήσεις. Αναµνήσεις µιας µικρής παρέας στο Ιόνιο.

"Η Γεωργία Χατζηγιαννάκη σπούδασε στη Φιλοσοφική Αθηνών στο τμήμα Φιλοσοφίας - Παιδαγωγικής & Ψυχολογίας και στη συνέχεια στο Πρόγραμμα Ψυχολογίας. Τα επόμενα χρόνια ολοκλήρωσε τις μεταπτυχιακές της σπουδές και εξειδικεύτηκε στην Κλινική διάγνωση & Αξιολόγηση, ενώ εργάστηκε με συμβουλευτική ενηλίκων αλλά και με άτομα με αυτισμό ή νοητική στέρηση. Παράλληλα η πολυετής εμπειρία της στο marketing την «όπλισε» με γνώσεις management και διαχείρισης ομάδων. Αρθρογραφεί συστηματικά στο fitness site www.fmh.gr και συνεργάζεται με αρκετά άλλα εκθέτοντας απόψεις σχετικά με την ψυχολογία ή/και τον αθλητισμό. Αγάπησε την ιστιοπλοΐα για τους κανόνες και την ελευθερία της, θεωρώντας πάντα την συλλογική προσπάθεια της ομάδας, ως θεμέλιο της επιτυχίας".
Previous Post Next Post