Αναμνήσεις από ιστιοπλοϊκές κρουαζιέρες: Ψαρά – Λέσβος

Λιµάνι Ψαρών, Αύγουστος 1985. Στις 6 το πρωί η θάλασσα είναι λάδι. Γυαλίζει το πέλαγος, πολύ ανοιχτό γαλάζιο, και το βλέµµα πέρα, νοτιοανατολικά, πρέπει να µαντέψει τον όγκο της Χίου µέσα στην πρωινή θολούρα. Το χθεσινό καφενεδάκι, πολύ ταπεινό, όµως προσφέρει πολύ ωραίο ελληνικό καφέ.

Καθώς η ώρα προχωρεί, αρχίζει στην επιφάνεια του νερού κάποιο ανάλαφρο ρυτίδωµα, που, σιγά – σιγά, γίνεται πιο έντονο και το χρώµα της θάλασσας φέρνει τώρα προς το πιο γαλάζιο. Κατά τις 8 έχει αρχίσει µια κάπως σταθερή πνοή από βοριά, που µας υπόσχεται ένα… ανέξοδο ταξίδι για Μυτιλήνη.

Αποχαιρετούµε τον φίλο µας, που θα εξακολουθήσει ν’ απολαµβάνει το καλοκαίρι του στην ηρεµία των Ψαρών, σαλπάρουµε κι ανοιγόµαστε.

Γρήγορα ο φρέσκος βοριάς δυναµώνει. Με ρότα 65ο µας έρχεται καλά. Κι όλο και δυναµώνει, φτάνοντας στιγµές – στιγµές τα 30 µίλια την ώρα. Τα πανιά µας, φλόκος – µεγίστη – µετζάνα, γεµίζουν, η ταχύτητά µας γύρω στους 7 κόµβους. Ο βοριάς κάνει διάφανη την ατµόσφαιρα, πλατειά είναι γύρω η θάλασσα µε το βασιλικό γαλάζιο χρώµα και τους άσπρους αφρούς στις κορφές των κυµάτων. Χαρακτηριστική εικόνα του Αιγαίου. Ο κόσµος λέει τα κύµατα αυτά ‘προβατάκια’. Οι αρχαίοι Έλληνες τα έλεγαν ‘κατσικάκια – αίγες’, και ίσως έτσι πήρε το όνοµά του το πέλαγος: “Αιγαίον”. Άλλοι βέβαια προτιµούν τη ροµαντικότερη ιστορία της αυτοκτονίας του βασιλιά Αιγαία…

Βυθίζω πολλή ώρα το βλέµµα µου µέσα σ’ αυτή τη γαλανόλευκη, ζωντανή οµορφιά. Η εικόνα περνά απ’ τα µάτια στην ψυχή κι αυτή νοιώθει την ακατανίκητη εκείνη καθήλωση που νοιώθουµε µπροστά στο απόλυτο κάλλος. Είµαι τυχερός που µπορώ να αισθανθώ αυτό το πολύτιµο αίσθηµα. Σκέφτοµαι το παράπονο του µεγάλου Παλαµά:

«…Ο πιο κρυφός καηµός µου θα ναι πως δε δυνήθηκα µε σε να ζήσω, ω πλάση,

πράσινη πάνω σε βουνά, σε πέλαγα, σε δάση·

θα ναι πως δεν σε χάρηκα, σκυφτός µες στα βιβλία,

ω πλάση, ολάκερη ζωή κι ολάκερη σοφία…».

Είµαι τυχερός, που µπορώ αυτή τη στιγµή, να κινούµαι µέσα στα δώρα του Θεού, τη διαφάνεια, την καθαρότητα, τα λαµπερά χρώµατα. Σκέφτοµαι πως η τύρβη της ζωής µας παρασύρει και ξεχνούµε αυτή τη θεία προσφορά, ίσως µε τη σκέψη πως να, δίπλα µας είναι και την έχουµε όποτε θέλουµε. Όµως τη φύση δεν την έχουµε εµείς, αυτή µας έχει. Γιατί η διάρκειά της, µε ανθρώπινα µέτρα είναι ατέλειωτη, ενώ η δική µας είναι φευγαλέα. Μου ρχεται ο Καζατζάκης, που στην Ασκητική του συνιστά να στηρίζουµε το βλέµµα µας στο κάθε τι και να λέµε: «ποτέ πιά». Γι’ αυτό τούτη τη στιγµή, ρουφώ, σαν νάταν η τελευταία φορά, την οµορφιά του Αιγαίου, που πιστεύω ότι είναι η οµορφότερη θάλασσα του κόσµου. Έχω ταξιδέψει σε πολλές θάλασσες. Καµάρωνα στις τροπικές θάλασσες τα τυρκουάζ χρώµατα και τις λευκόχρυσες αµµουδιές, όµως πνιγµένος απ’ την πηχτή υγρασία εκείνης της ατµόσφαιρας. Ανοίχτηκα µε σκάφος στον κόλπο του Μεξικού, όπου η θάλασσα ήταν γκριζοκίτρινη και οι ακτές µαυριδερές. Έκανα ιστιοπλοΐα στα νησιά Glenan, φορώντας πάντα χοντρό µάλλινο πουλόβερ, γιατί κατά κανόνα έκανε κρύο και πολύ συχνά η οµίχλη έπνιγε φως και ήχο. Βέβαια όποιος αγαπά τη θάλασσα κάποια σαγήνη βρίσκει σε κάθε θάλασσα. Τώρα όµως έχω ανοίξει πανιά στο γαλάζιο Αιγαίο και µου ‘ρχεται να τραγουδώ.

Ο αέρας δυναµώνει, το Westerly κουπαστάρει διαρκώς και η ταχύτητα συχνά ξεπερνά τους 8 κόµβους. Καθώς το κύµα χτυπά την αριστερή µάσκα του σκάφους, τινάζεται ψηλά κι ο άνεµος το σκορπίζει σε χιλιάδες σταγόνες, που τις εκσφενδονίζει προς εµάς. Ένας αλµυρός καταιωνισµός, καλοδεχούµενος καθώς ο ήλιος έχει ψηλώσει αρκετά και οι ακτίνες του είναι καυτές.

Ο Ήλιος. Αυτή η διάπυρη σφαίρα, γιγαντιαία για µας, η πηγή της ζωής. Υπάρχουµε γιατί υπάρχει ο ήλιος. Οι ακτίνες του ενεργοποίησαν κάποια στιγµή την ένωση ανόργανων στοιχείων για να σχηµατίσουν µια πρώτη, οργανική ουσία. Κι έτσι άρχισε η ζωή σ’ αυτόν στον απειροελάχιστο µέσα στο Σύµπαν κόκκο, που εµείς οι άνθρωποι ονοµάζουµε Γη. Χάρη πάντα στις ακτίνες του ήλιου ενεργοποιείται στα φυτά η χλωροφύλλη για να σχηµατίζει νέα οργανική ύλη, χωρίς την οποία το ζωϊκό βασίλειο δεν θα χε µε τι να τραφεί.

Ο άνθρωπος απ΄ τα πρώτα του βήµατα στον πολιτισµό βίωσε έντονα αυτή την απόλυτη εξάρτηση απ’ τον ήλιο και τον θεοποίησε. Οι Βαβυλώνιοι τον ταύτιζαν µε τον θεό Μαρδούκ, οι Φοίνικες µε τον Βάαλ και οι Αιγύπτιοι µε τον Άµµωνα Ρα. Η αστείρευτη φαντασία των αρχαίων Ελλήνων τον θέλησε γιο του τιτάνα Υπερίονα και την τιτάνιδας Ευρυφάεσσας, αδελφό της Ηούς – Αυγής και της Σελήνης. Κατά τον Όµηρο (Ιλ. Η, 422) κάθε πρωί έπαιρνε το άρµα του, που το έσερναν τέσσερα πάλλευκα άτια, αναδυόταν απ’ τον Ωκεανό και ανέβαινε σιγά – σιγά στον ουράνιο θόλο για να φέρει την ηµέρα και το φως και να ζωντανέψει τη Γη. Ο Φοίβος – Απόλλων σχεδόν ταυτιζόταν µε τον ζωοδότη Ήλιο.

Δεν είναι τυχαίο πως ο θεός της ιατρικής Ασκληπιός βλάστησε απ’ τον Απόλλωνα – Ήλιο. Η επαφή µε τον ήλιο φέρνει υγεία. Ποτέ σε ανήλια και σκοτεινά µέρη δεν αναπτύχθηκαν γεροί άνθρωποι. Οι ήρωες του Οµήρου έπλεναν το κορµί τους στη θάλασσα κι ύστερα παραδίνονταν στον ήλιο για “ηλιολουσία”. Τα Ασκληπιεία και ο ασύγκριτος Ιπποκράτης χρησιµοποιούσαν τα ηλιόλουτρα σαν θεραπευτικά µέσα. Ο Αριστοτέλης στα “προβλήµατα” αναφέρεται στις θεραπευτικές ιδιότητες του ήλιου. Ο Λουκιανός καµαρώνει τους ηλιοψηµένους νέους. Ο Γαληνός και ο Κικέρων ασχολούνται µε τα οφέλη της έκθεσης του σώµατος στον ήλιο αλλά και µε τους κινδύνους της υπερβολής της. Γιατί ας µην ξεχνούµε ότι όταν ο Φαέθων έφερε το άρµα του πατέρα του Ήλιου πολύ κοντά στη Γη, ο Δίας φοβήθηκε ότι θα κάψει τους ανθρώπους και τον κατακεραύνωσε.

Ο Μεσαίωνας θεωρούσε αµαρτία κάθε χαρά κι έτσι απολησµονήθηκε κι η χαρά του ήλιου. Έχει ειπωθεί πως η Αναγέννηση άρχισε ένα πρωί που ο Ιταλός ποιητής Πετράρχης ανέβηκε σ’ ένα βουνό για να απολαύσει την ανατολή του ηλίου…

Η µέρα προχωρεί, είναι πλέον 2 µµ. Διακρίνονται πια πολύ καθαρά, οι καστανοπράσινες νοτιο – ανατολικές ακτές της Λέσβου. Αυτό το όµορφο νησί, το έβδοµο σε έκταση της Μεσογείου, έχει µια ιδιόµορφη εδαφική διαρρύθµιση. Δύο βαθείς και κλειστοί κόλποι, ο κόλπος της Καλλονής (Πυρραίος Εύριπος) και ο κόλπος της Γέρας (Ιεράς) διαµορφώνουν στο νότιο τµήµα του νησιού τρείς χερσονήσους. Μία προβολή της στεριάς προς τον βοριά σχηµατίζει µια τέταρτη χερσόνησο. Σε κάθε χερσόνησο από αυτές τις τέσσερις υπάρχει κι ένα κεντρικό βουνό. Στη νοτιο – ανατολική χερσόνησο, που είναι η µικρότερη αλλά φέρνει πάνω της την πρωτεύουσα του νησιού Μυτιλήνη, το βουνό είναι η Αµαλή. Στη νότια χερσόνησο υπάρχει το πιο ψηλό βουνό του νησιού (γύρω στα 950 µέτρα),ο Όλυµπος. Στη βόρεια χερσόνησο απλώνεται το βουνό Λεπέτυµνος. Και στη δυτική το βουνό Όρδυµνος. Λένε ότι απ’ την κορυφή του Ορδύµνου σε µέρες καλής ορατότητας διακρίνεται ο Άθως. Στο δυτικότερο άκρο της Λέσβου, προς το χωριό Σίγρι, η διαµόρφωση του εδάφους είναι τελείως διαφορετική από του υπόλοιπου κατάφυτου νησιού: θυµίζει λίγο έρηµο του Τέξας και φιλοξενεί το περίφηµο απολιθωµένο δάσος.

Ένα τέτοιο νησί, µεγάλο, εύφορο και µε αφθονία κόλπων και όρµων, ήταν φυσικό να κατοικηθεί από πανάρχαια χρόνια. Πολλοί µύθοι και διηγήσεις έφτασαν ως σήµερα γι’ αυτούς που το κατοίκησαν, µε πληροφορίες πολυποίκιλες και αντικρουόµενες. Αν θέλει κανείς να απλουστεύσει τον µυθολογικό κυκεώνα θα µπορούσε να περιοριστεί σε ό,τι συµφωνεί κάπως µε τις σηµερινές ονοµασίες. Η ελληνική φυλή των Αιολέων (ισχυρίζονταν καταγωγή από τον Αίολο) ήλθε εδώ απ’ τη Βοιωτία και τη Θεσσαλία για να απωθήσει τους Πελασγούς, που κατοικούσαν στο νησί από ίσως 3500 χρόνια π.Χ. Αρχηγός των Αιολέων ο Μάκαρ, από τη Λάρισσα. Ένα απ’ τα αρχαία ονόµατα του νησιού ήταν Ισσα (Λάρ – ισσα). Σήµερα ακόµη υπάρχει βορειοανατολικά του κόλπου της Γέρας η τοποθεσία Λάρσος, όπου οι αρχαίες Λαρισσαίες πέτρες. Ο Μάκαρ επιβλήθηκε και στην απέναντι Μικρασιατική ακτή και µάλλον στα άλλα νησιά (Λήµνο, Χίο, Σάµο, Κώ, Ρόδο), που ονοµάστηκαν νήσοι του Μάκαρος. Ήταν η Μυτιλήνη σύζυγος του Μάκαρος; Πιθανόν. Είχε ο Μάκαρ κόρες την Ερεσό, τη Μήθυµνα, την Πύρρα, την Αντισσα, την Άρισβη, που έδωσαν τα ονόµατά τους στους σπουδαιότερους οικισµούς του νησιού; Ήταν ο Λέσβος κι ο Λεπέτυµνος γαµπροί του Μάκαρος; Όλα είναι πιθανά µα και όλα θολά µες στην αχλύ των χιλιάδων χρόνων.

Απόγευµα κατά τις 3.30’ βλέπουµε πια καθαρά το ακρωτήρι της Αγρελιάς. Αριστερά µας πρέπει να ναι το έµπα του κόλπου της Γέρας, που από µακρυά δεν µπορεί κανείς να το εντοπίσει.

Μπροστά µας οι ακτές της Μικράς Ασίας, το ύψωµα Καραντάγ και οι βραχονησίδες που οι αρχαίοι ονόµαζαν Αργινούσες. Στις Αργινούσες έγινε η µεγαλύτερη ναυµαχία του Πελοποννησιακού Πολέµου, τον Σεπτέµβριο του 408 π.Χ., στην οποία πήραν µέρος 275 πλοία και 60.000 άνδρες. Ο Σπαρτιάτης ναύαρχος Καλλικρατίδας µόλις είχε αλώσει τη φιλική προς τους Αθηναίους Μήθυµνα (σηµερινός Μόλυβος). Στην πρόταση πολλών Σπαρτιατών να πουληθούν οι Μηθυµναίοι σαν δούλοι ο ναύαρχος έδειξε τη λεβεντιά του και την ελληνική του υπόσταση: «Καλλικρατίδας Έλληνας άνδρας ουκ εξανδραποδίζει». Παράλληλα είχε αποκλείσει µέσα στο βόρειο λιµάνι της Μυτιλήνης τον Κόνωνα µε µερικές τριήρεις. Οι Αθηναίοι έστειλαν εναντίον του µεγάλο στόλο, που ορµίστηκε στις Αργινούσες. Ο Καλλικρατίδας έπεσε µε ορµή πάνω τους. Μα οι Αθηναίοι ήταν θαλασσινοί και νίκησαν. Με µεγάλο µέρος του στόλου του χάθηκε στη θάλασσα κι ο αγέρωχος µα µεγαλόψυχος Σπαρτιάτης ναύαρχος. Το οξύµωρο της νίκης αυτής είναι ότι αποτέλεσε αρχή λαθών για τους Αθηναίους, που τους οδήγησαν στην απώλεια του πολέµου. Γιατί οι Αθηναίοι, παρασυρµένοι από δόλιους δηµαγωγούς, καταδίκασαν τους επικεφαλής του νικητή στόλου δέκα πεπειραµένους στρατηγούς µε το αιτιολογικό ότι, λόγω θαλασσοταραχής, δεν περισυνέλεξαν ναυαγούς και νεκρούς πολεµιστές. Ο στόλος παραδόθηκε σε µη έµπειρους στρατηγούς. Απ’ την άλλη τον Καλλικρατίδα διαδέχτηκε ο Λύσανδρος, που ο Ξενοφών τον χαρακτηρίζει σαν πολύ πονηρό και δόλιο και φιλόδοξο και αδίστακτο. Ο Λύσανδρος εκµεταλλεύτηκε τα λάθη των νέων Αθηναίων στρατηγών και κατάφερε να καταστρέψει πλήρως τον αθηναϊκό στόλο στον όρµο των Αιγός Ποταµών, στα Δαρδανέλλια, απέναντι απ’ την πόλη Λάµψακο. Η Αθήνα χωρίς στόλο, πολιορκηµένη από στεριά και θάλασσα, παραδόθηκε τον Απρίλη του 404 π.Χ. Ο καταστροφικός για την Ελλάδα Πελοποννησιακός Πόλεµος έληξε, τα µακρά τείχη γκρεµίστηκαν και τριάντα τύραννοι, φίλοι του Λύσανδρου, πήραν στα χέρια τους την αρχή στη µητέρα της δηµοκρατίας Αθήνα.

Όσο ζυγώνουµε στην Αγρελιά ο αέρας πέφτει. Καθώς την καβατζάρουµε και βλέπουµε στον βοριά τη Μυτιλήνη, ο αέρας τελειώνει. Δυο µικρά ταχύπλοα σκάφη γεµάτα κεφάτους νεαρούς µας ζυγώνουν. «Πάει ο αέρας» φωνάζουν γελώντας. «Να σας ρυµουλκήσουµε;».

Κάτω λοιπόν τα πανιά και µηχανή. Η Μυτιλήνη απέχει λίγο. Όπως τώρα παραπλέουµε την ανατολική ακτή, διακρίνουµε, µετά το βουνό Αµαλή, το αεροδρόµιο και το ενοποιηµένο πια σύνολο των νοτίων προαστείων της πόλης, µε ωραία σπίτια µέσα σε άφθονο πράσινο. Είναι πια 6 µ.µ. όταν φθάνουµε στη Μυτιλήνη.

Όπως µπαίνουµε στον ευρύχωρο προλιµένα, µε το µακρύ λιµενοβραχίονα δεξιά µας, το µάτι πέφτει λίγο πιο πίσω απ’ την αποβάθρα στο άγαλµα της Ελευθερίας και πίσω, στο βάθος σ’ ένα όµορφο πευκόδασος, το τσάµια των Μυτιληναίων. Αριστερά του πευκοδάσους, ψηλά στο ύψωµα, το περήφανο Κάστρο της Μυτιλήνης. Ακόµα πιο αριστερά το έδαφος χαµηλώνει κι εκεί εκτείνεται η πόλη. Ένα µεγάλο ακτοπλοϊκό είναι αραγµένο στον προλιµένα. Σειρά τ’ αυτοκίνητα στην προβλήτα για επιβίβαση.

Προχωρούµε προς το κεντρικό, νότιο λιµάνι. Μπαίνοντας θαυµάζουµε αριστερά, στην προκυµαία, αρκετά ωραία κτίρια, Δηµαρχείο, τράπεζες και άλλα, µε τον δηµοτικό κήπο στο αριστερότερο µέρος. Το οικοδόµηµα όµως που εντυπωσιάζει είναι ο µεγάλος ναός του Αγίου Θεράποντα. Στο λιµάνι βρίσκονται µερικές µηχανότρατες, όµορφα, γερά καραβόσκαρα. Βλέπουµε επίσης µικρότερα τρεχαντήρια ψαράδικα καθώς και τουριστικά σκάφη και σκάφη του λιµενικού. Ιστιοπλοϊκό κανένα. Αράζουµε στο βόρειο µέρος του λιµανιού, µπροστά σ’ ένα χαριτωµένο, άσπρο κτίριο, που άλλοτε στέγαζε το λιµεναρχείο µα τώρα µάλλον φιλοξενεί λαϊκή τέχνη. Η ώρα είναι 6.30’ και το απόγευµα πολύ γλυκό.

Βγαίνουµε για µια βόλτα στην πόλη. Υπάρχει µια όχι µικρή κίνηση αυτοκινήτων στην προκυµαία. Παράλληλος µε την προκυµαία, δυτικά του λιµανιού, ο επιµήκης εµπορικός δρόµος της Μυτιλήνης, η οδός Ερµού, προχωρεί προς την Επάνω Σκάλα, το βόρειο λιµάνι.

Στα αρχαία χρόνια το βόρειο και το νότιο λιµάνι ήταν ενωµένα µε ένα κανάλι (Μυτιληναίων Εύριπος) ενώ το οχυρωµένο ανατολικά ύψωµα µε το Κάστρο, που τώρα είναι χερσόνησος, ήταν νησί. Κατά τον Μεσαίωνα το κανάλι προσχώθηκε και περίπου στη θέση του τώρα βρίσκεται η οδός Ερµού, που προχωρεί νότια περίπου ως τον δηµοτικό κήπο. Το Κάστρο, που από τα αρχαία χρόνια έπαθε ζηµιές, ξαναχτίστηκε, δέχτηκε προσθήκες και τροποποιήσεις, είναι µεγάλο και εντυπωσιακό. Τη σηµερινή του µορφή πήρε κυρίως όταν στη Λέσβο διοικούσε η Γενοατική οικογένεια των Γατελούζων, δέχτηκε όµως και σηµαντική συµπλήρωση, ιδίως κοντά στο βόρειο λιµάνι, από τους Τούρκους.

Στην αρχαιότητα το όνοµα που λάµπει στη Μυτιλήνη είναι του Πιττακού του Μυτιληναίου, ενός από τους επτά ονοµαστούς σοφούς της Ελλάδος. Γεννήθηκε 650 περίπου χρόνια π.χ. Όντας δηµοκράτης, κατάφερε να ανατρέψει την ολιγαρχία του τυράννου Μελάγχροος. Οι Μυτιληναίοι του έδωσαν έκτακτες εξουσίες για να βάλει σε τάξη τα της πόλης τους. Φαίνεται πως υπήρξε χρηστός διαχειριστής αυτών των εξουσιών. Ο Αριστοτέλης τονίζει ότι η αρχή του Πιττακού ήταν αιρετή, διαφέροντας ουσιαστικά από µία τυραννία. Μεταξύ 589 και 579 π.χ. νοµοθέτησε κοινωνικά δίκαιους νόµους και ύστερα παραιτήθηκε οικειοθελώς, ενώ αρνήθηκε να δεχθεί µια µεγάλη έκταση γης που του πρόσφερε η πόλη, λέγοντας ότι του αρκεί ένα µικρό σπίτι.

Την ίδια εποχή µε τον Πιττακό έζησε στη Μυτιλήνη ο ποιητής Αλκαίος, φίλος της Σαπφώς.

Ακολούθησαν για τη Λέσβο οι περιπέτειες των Μήδων κι ύστερα του Πελοποννησιακού Πολέµου. Τον Αλέξανδρο οι Μυτιληναίοι δέχθηκαν σαν ελευθερωτή. Οι Ρωµαίοι και οι Βυζαντινοί έχτιζαν στη Λέσβο ωραίες βίλες αλλά έστελναν εδώ και τους υψηλής κοινωνικής τάξης εξορίστους. Σαν παράδειγµα, η περίφηµη Ειρήνη η Αθηναία, που παρ’ ολίγο να γίνει σύζυγος του Καρλοµάγνου, εξορίστηκε και πέθανε στη Λέσβο το 802 µ.χ.

Το 1355 ο Ιωάννης Ε΄ Παλαιολόγος έδωσε την αδελφή του Μαρία σύζυγο στον σύµµαχό του Γενοάτη Φραγκίσκο, της οικογένειας των Γατελούζων. Σαν προίκα του έδωσε τη Λέσβο.

Οι Γατελούζοι διοίκησαν χρηστά τη Λέσβο ως το 1462, οπότε την κατέλαβαν οι Τούρκοι του πορθητή Μωάµεθ. Στις 8 Νοεµβρίου 1912 την απελευθέρωσε ο Κουντουριώτης.

Το βόρειο λιµάνι (επάνω Σκάλα) είναι ευρύχωρο. Ο παλιός λιµενοβραχίονας έχει σχεδόν καλυφθεί από τη θάλασσα. Μόνο µερικά µικρά καΐκια ελλιµενίζονται εδώ. Στο δεξιό άκρο του λιµανιού, ανατολικά, λειτουργεί ακόµη ένας παλιός γραφικός «Ταρσανάς». Από το αριστερό, δυτικό άκρο ξεκινά ο δρόµος προς τα χωριά της ανατολικής ακτής του νησιού. Οπωσδήποτε η περιοχή αυτή της Μυτιλήνης έχει, µετά την ανάπτυξη του νοτίου λιµανιού και την επέκταση της πόλης προς τα νότια προάστια, περιέλθει σε παρακµή.

Προχωρούµε προς τα νότια, περνούµε τον δηµοτικό κήπο και κάνουµε έναν περίπατο στη γραφική παραλία του Μακρύ-γιαλού. Όσο προχωρούµε νοτιότερα τόσο πιο πολλά όµορφα σπίτια συναντούµε. Τέλος γυρίζουµε πάλι στο λιµάνι, όπου κι άλλα ιστιοπλοϊκά έχουν έλθει, αραγµένα αριστερά µας. Κάποιο ταβερνάκι στο λιµάνι διαθέτει νόστιµη σαρδέλα Καλλονής και ούζο Πλωµαρίου… Νύχτα ήρεµη.

Νωρίς το άλλο πρωί εισπλέει περήφανο στο λιµάνι ένα τρικάταρτο ιστιοφόρο, βουλγαρικό εκπαιδευτικό µαθαίνω. Μαύρο µε κόκκινα ύφαλα και λευκή αρµατωσιά, µε τους δοκίµους πειθαρχηµένα µοιρασµένους στις ράντες, είναι να το καµαρώνεις. Η µέρα είναι όµορφη, ηλιόλουστη αλλά µε τον γραίγο να παίρνει την υγρασία και να σε κάνει να αισθάνεσαι ευδιάθετος.

Αν ήθελε κανείς να απολαύσει τούτο το νησί, το µεγάλο, το γεµάτο φυσικές οµορφιές, το ζυµωµένο µε την ιστορία, θα πρεπε να διαθέτει πολύ χρόνο. Όµως ο σκοπός µας σ’ αυτή την ιστιοπλοϊκή εξόρµηση είναι η θάλασσα και πρέπει γρήγορα να βρεθούµε πάλι σ’ αυτήν. Διαθέτουµε όµως µία µέρα και παίρνουµε ένα αυτοκίνητο για ν’ ανασάνουµε τον αέρα της Ερεσού και της Μήθυµνας. Ξεκινάµε κατά τις 10:30, περνάµε από τη Λάρσο, στον µυχό του κόλπου της Γέρας, µια περιοχή γεµάτη δέντρα και, κυρίως, την ονοµαστική ελιά της Λέσβου, πέφτουµε γρήγορα σ’ ένα πολύ εκτεταµένο πευκόδασος (το Τσαµλίκι), περνούµε την Αρίσβη, τις αλυκές στον µυχό του κόλπου της Καλλονής και µετά την Καλλονή, µπαίνουµε σ’ έναν δρόµο µε αρκετές στροφές, περνώντας ένα µοναστήρι (του Λειµώνα) και αρκετά χωριά µέχρι την Άντισσα (Τελώνια). Ύστερα το τοπίο αλλάζει, η βλάστηση λιγοστεύει, τελικά εξαφανίζεται και ο δρόµος µας κατευθύνει στην Ερεσό. Βρισκόµαστε στη νοτιο-δυτική πλευρά της Λέσβου.

Η Ερεσός το καλοκαίρι ερηµώνει, γιατί οι κάτοικοι µετακοµίζουν προς µια µικρή και εύφορη κοιλάδα κοντά στη θάλασσα, σε θερινές κατοικίες που τις λένε «κούλες». Η συνήθεια αυτή έχει το περίεργο όνοµα «σνοπαρτά».

Στη θάλασσα είναι η Σκάλα Ερεσού µε µια εκτεταµένη αµµουδιά, γνωστή από το κατόρθωµα του Ψαριανού Παπανικολή, που το 1821 έκαψε εδώ µε το µπουρλότο του ένα µεγάλο τουρκικό δίκροτο.

Στην Ερεσό φαίνεται να γεννήθηκε µια απ’ τις ονοµαστότερες ποιήτριες της ιστορίας, η φλογερή Σαπφώ. Ο Λόρδος Βύρων γράφει γι’ αυτήν στο ποίηµά του για τα νησιά στην Ελλάδα:

«…the isles of Greece

where burning Sappho loved and sang…».

Ο Πλάτων αποκάλεσε τη Σαπφώ «δεκάτη Μούσα». Τα ποιήµατά της διάβαζαν ο Σόλων, ο Πίνδαρος, ο Στράβων, οι Αλεξανδρινοί λόγιοι, ο Οβίδιος… Διαβάζεται µέχρι σήµερα, η γεµάτη τρυφερότητα και λυρισµό Σαπφώ, που υπηρετούσε τις Μούσες και λάτρευε τον έρωτα. Που γέµιζε παράπονο όταν ο φτερωτός γιός της Αφροδίτης την ξεχνούσε:

«…δέδυκεν α Σελάνα

Ψάπφα δε µούνη καθεύδει…»

(Έχει δύσει το φεγγάρι αλλά η Σαπφώ κοιµάται µόνη).

Αλλ’ όταν αυτός εµφανιζόταν «πορφυρίαν περθέµενος χλάµυν» στην «καιοµέναν πόθων» ύπαρξή της, η άλωσή της γινόταν άνευ όρων:

«ουκ οιδα οττι θέω, διχα µοι τα νοήµατα…»

(δεν ξέρω τι κάνω, το µυαλό µου διαλύθηκε)

Στην Ερεσό γεννήθηκε το 372 π.Χ. και ο Θεόφραστος, µαθητής και διάδοχος του Αριστοτέλη στην Περιπατητική Σχολή. Είχε θεία ευγλωττία, γι’ αυτό και, ενώ το όνοµά του ήταν Τύρταµος, ο Αριστοτέλης τον ονόµασε Θεόφραστο. Στα 85 χρόνια της ζωής του ασχολήθηκε µε κάθε πτυχή της επιστήµης, θεωρείται δε ο ιδρυτής της Βοτανικής.

Εκµεταλλευόµαστε το πεντακάθαρο νερό της Σκάλας Ερεσού για µια δροσιστική βουτιά κι ύστερα παίρνουµε τον δρόµο για τη Μήθυµνα. Ο δρόµος ανεβαίνει µε στροφές βόρειο – ανατολικά, ανάµεσα σε δένδρα και χωριά. Το χωριό Πέτρα χαϊδεύεται απ’ τη θάλασσα, απέναντι φαίνεται η Μικρασιατική γη και το ακρωτήρι Μπαµπάς. Ένας σύντοµος δρόµος, παράλληλος µε τη βορειοδυτική ακτή µας φέρνει στη Μήθυµνα. Η Μήθυµνα ήταν µετά τη Μυτιλήνη και την Πύρρα, η πιο ισχυρή πόλη στην αρχαία Λέσβο. Η Πύρρα όµως, στην ανατολική παραλία του κόλπου της Καλλονής, καταστράφηκε από σεισµούς. Η Μήθυµνα συνέχισε να είναι σηµαντική και καλά οχυρωµένη. Μένει στην κορυφή του λόφου της το δυνατό κάστρο της, όπου διακρίνεται η οχυρωµατική τέχνη των Γατελούζων αλλά και οι προσθήκες των Τούρκων. Απ’ τον Μεσαίωνα επικράτησε, αντί Μήθυµνα, το όνοµα Μόλυβος, ίσως από το µολυβί χρώµα των πετρωµάτων. Στην εποχή του Πιττακού και της Σαπφώς γεννήθηκε εδώ ο περίφηµος κιθαρωδός Αρίων, που τελικά τον πήρε κοντά του ο Περίανδρος στην Κόρινθο. Είναι γνωστός ο µύθος του Αρίωνα, που, γυρίζοντας απ’ τον Τάραντα µε πλήθος ακριβά δώρα, πετάχτηκε στη θάλασσα απ’ το πλήρωµα του πλοίου, που οικειοποιήθηκε αυτόν τον πλούτο. Όµως η θεία µουσική της κιθάρας του Αρίωνα είχε µαγέψει τα δελφίνια κι αυτά τον βοήθησαν να βγει σώος στη στεριά.-

Ανηφορίζουµε στους γραφικούς, πλακόστρωτους δρόµους της Μήθυµνας ως το περήφανο Κάστρο. Είναι εδώ πραγµατικά ένα συναρπαστικό µέρος.

Ύστερα παίρνουµε τον δρόµο ανατολικά, στο βόρειο µέρος του βουνού Λεπέτυµνος, προς το χωριό Συκαµιά. Είναι χωµατόδροµος µε πολλή σκόνη, θέλουµε όµως να βρεθούµε στη Σκάλα Συκαµιάς, κοντά στο λευκό εκκλησάκι της Παναγιάς Γοργόνας, το σκαρφαλωµένο σ’ ένα βράχο πάνω απ’ το µικρό λιµανάκι, θέλουµε να καθίσουµε κάτω απ’ τις ίδιες µουριές, που σκίαζαν τον Στρατή Μυριβήλη, όταν έγραφε τη «δασκάλα µε τα χρυσά µάτια» και τη «ζωή εν τάφω».

Οι Λέσβιοι είχαν ανέκαθεν τάσεις καλλιτεχνικές και φιλολογικές, όµως, µετά την απελευθέρωση το 1912 απ’ τους Τούρκους, υπήρξε στη Λέσβο µια ιδιαίτερη λογοτεχνική και καλλιτεχνική έξαρση. Πολλοί έγραψαν αξιόλογα λογοτεχνικά έργα κι ο Ελευθεριάδης – Τεριάντ πρωτοστάτησε ακόµη και στη φιλολογική ζωή του Παρισιού. Σε κείνη την περίοδο ήλθε κι ανδρώθηκε λογοτεχνικά στη Λέσβο ο Αιβαλιώτης Ηλίας Βενέζης και ήταν η εποχή που ο Θεόφιλος άπλωνε σ’ όποια επιφάνεια εύρισκε τις από ψυχής ζωγραφιές του.

Έχει ήδη προχωρήσει το απόγευµα όταν προχωρούµε για τον Μανταµάδο, µε την περίφηµη εκκλησία των Ταξιαρχών. Οδεύοντας νότια προς Μυτιλήνη, σταµατούµε λίγο στην παραλία, κοντά στο χωριό Μπαλτζίκι, για να αγναντέψουµε απέναντι, στη Μικρασιατική ακτή, τα Μοσχονήσια, που πίσω τους κρύβονται οι θρύλοι απ’ τα Κιµιντένια και το µυθικό Αιβαλί.

Όταν φθάνουµε στη Μυτιλήνη έχει ήδη αρχίσει να σκοτεινιάζει. Ένα γρήγορο δείπνο λοιπόν και ξεκούραση, γιατί αύριο σαλπάρουµε για Χίο…

Previous Post Next Post
0 shares