Αναμνήσεις από ιστιοπλοϊκές κρουαζιέρες: Ύδρα

Κατά τις 10:30 π.µ. αφήνουµε το Μαντράκι και µπαίνουµε στο λιµάνι της Ύδρας. Αυτή την ώρα πολλά σκάφη αναχωρούν και βρίσκουµε εύκολα ν’ αράξουµε στον µώλο. Μας υποδέχεται µια χαµογελαστή γενειοφόρος φιγούρα βγαλµένη θαρρείς από παλαιότερους αιώνες: ο αχώριστος απ’ την Ύδρα, φίλτατος Παντελής Λεµπέσης.

Καιρός για ένα καφέ στις καφετέριες του ανατολικού µέρους του λιµανιού, σκιερές και δροσερές αυτήν την ώρα. Πλησιάζει Σεπτέµβρης, ο ήλιος έχει µαλακώσει και λούζει µε όµορφο φως το δυτικό κοµµάτι της πόλης. Οι κύβοι των υδραίικων σπιτιών, λευκοί, γκρίζοι, καστανοί, βυσσινιοί, σε µια αρµονία που ξεπερνά τα όρια του τυχαίου, συνθέτουν ένα πίνακα που θα τον ζήλευαν ο Πικάσο και οι άλλοι προωθητές της τεχνοτροπίας του κυβισµού. Σε καθηλώνει αυτή η ζωντανή εικόνα και θέλεις να καθίσεις εδώ µε τις ώρες, έτσι που, καθώς ο ήλιος προχωρεί, να απολαµβάνεις τις µεταβολές του φωτισµού και των σκιάσεων, τη διαρκή ανασύνθεση του κυβιστικού αυτού ποιήµατος.

Στο λιµάνι ζωή και κίνηση. Στο νότιο µέρος αραγµένο το επιβλητικό και εµβληµατικό πια για τούτο το λιµάνι µπλε τρεχαντήρι – πέραµα “Ελένη”. Δίπλα άλλα µικρότερα τρεχαντήρια, λευκά, θαλασσιά, κόκκινα, που κουβαλούν εφόδια στην πόλη. Πιο κει πλεούµενα για µεταφορά τουριστών – παραθεριστών σε παραλίες, στο Μαντράκι, στον Βλυχό και αλλού. Πιο δω θαλάσσια ταξί, µε χτυπητό κόκκινο χρώµα, περιµένουν την πελατεία. Πολλά σκάφη αναψυχής, ιστιοφόρα και µηχανοκίνητα, έρχονται και αράζουν, αρχίζει η ώρα των αφίξεων. Στο δυτικό µέρος του λιµανιού βάρκες όλων των τύπων. Μπροστά µας άνδρες του λιµενικού, µε τις λευκές στολές τους, αναµένουν τις αφίξεις των ιπταµένων δελφινιών και των πλοίων ηµερήσιας κρουαζιέρας.

Η προκυµαία µε ζωηρή κίνηση. Κόσµος, τουρίστες και ντόπιοι, εργάτες που κινούν εµπορεύµατα, αρκετά ζώα για µεταφορές και µια πληθώρα γατούλες που περιφέρονται… Ευτυχώς εδώ δεν υπάρχουν µηχανοκίνητα οχήµατα.

Το νησί της Ύδρας, που φιλοξενεί κάποια αξιόλογα µοναστήρια, είναι γεµάτο από άδενδρα βουναλάκια και απότοµους βράχους. Λένε πως πολύ παλιά είχε πολλά πεύκα, γιατί οι Τούρκοι αποκαλούσαν το νησί Τσαµλιζάν. Σήµερα παραµένουν κατά τόπους κάποιοι µικροί πευκιώνες.

Στην αρχαία εποχή το νησί, γνωστό σαν Υδρέα ή Υδρεία, ανήκε στην Ερµιόνη. Κάποια εποχή το κατέλαβαν Σαµιώτες πειρατές, που, τελικά, το πούλησαν στους Τροιζηνίους. Κατά τον µεσαίωνα είχε το όνοµα Νύδρα η Σύδρα (Βενετοί). Είλκυε πολύ µικρό ενδιαφέρον. Μετά τον 13ο µ.Χ. αιώνα ελληνορθόδοξοι Αλβανοί και κάποιοι Έλληνες, για να ξεφύγουν διωγµούς των Τούρκων, ήρθαν εδώ απ’ την Ήπειρο, τη Στερεά Ελλάδα και τη Μονεµβασιά. Οι Ζερβαίοι, οι Κουντουριώτες οι Βουλγαρέοι κι ύστερα οι Κριεζήδες (απ’ τα Κριεζά της Εύβοιας) και οι Βωκαίοι (απ’ τους οποίους καταγόταν και ο Ανδρέας Βώκος – Μιαούλης) οι Τοµπάζηδες, οι Γιακουµάκηδες (απ’ τα Βουρλά της Σµύρνης), οι Οικονόµοι (απ’ την Επίδαυρο), οι Βουδουραίοι και οι Τσαµαδοί (απ’ το Κρανίδι), οι Ραφαλιάδες, οι Νέγκοι και οι Γκουµαίοι (απ’ την Κύθνο) και άλλοι και άλλοι. Οι άνθρωποι αυτοί στράφηκαν προς τη θάλασσα και σιγά – σιγά απέκτησαν, µαζί µε τους Σπετσιώτες, τη φήµη των καλλίτερων ναυτικών της Μεσογείου. Με ταπεινά λατίνια στην αρχή, αργότερα µε µπρατσέρες και τελικά µε µεγάλα µπρίκια και µπάρκα ταξίδευαν από τη Μαύρη Θάλασσα µέχρι το Γιβραλτάρ. Παρόλο το χρήµα που έφερναν στην Ύδρα, ζούσαν πάντα λιτά και αυστηρά, σαν τους αρχαίους Σπαρτιάτες. Επιζητούσαν την ηθική και πνευµατική ανέλιξη, στέλνοντας τα παιδιά τους να µορφωθούν στη Σµύρνη και στη Σίφνο, ή καλώντας µεγάλους δασκάλους στην Ύδρα, όπως τον Νεόφυτο Βάµβα, τον Άνθιµο Γαζή, τον Βενιαµίν το Λέσβιο, τον Γρηγόριο Σαράφη και τον Θεόκλητο Φαρµακίδη.

Ο πλούτος, τα πλοία και το φοβερό ναυτικό δυναµικό της Ύδρας µπήκαν στην υπηρεσία του ιερού αγώνα το 1821. «Ήρωες Χρόνοι» κατά τον ποιητή. Η αυλή της µητρόπολης έγινε κέντρο πολεµικών συσκέψεων και τα καράβια των Υδραίων, µε τα ασυναγώνιστα πληρώµατα, ο τρόµος των Τούρκων. Η Ύδρα τα έδωσε όλα και µετά… φτώχυνε. Οι άξιοι ναυτικοί της αναγκάστηκαν να γίνουν σφουγγαράδες. Τσούρµα φεύγανε µε µικρά πλεούµενα για τις ακτές της Αφρικής, όπου πολλοί άφηναν και την τελευταία τους πνοή. Τους έθαβαν στις έρηµες παραλίες…

Στην Ύδρα είχαν αναπτυχθεί βιοτεχνίες επεξεργασίας των σφουγγαριών. Το κτίριο µιας τέτοιας βιοτεχνίας έχει τώρα µετατραπεί σ’ ένα ωραίο ξενοδοχείο, όπου µπορεί κανείς να δει διατηρούµενα ορισµένα απ’ τα µηχανήµατα καθώς και τα καλλιγραφικά δούναι και λαβείν σε ογκώδη λογιστικά βιβλία. Σιγά – σιγά την Ύδρα, µε το ιδιόµορφο κάλλος της, άρχισαν να την ανακαλύπτουν καλλιτέχνες εικαστικοί και του λόγου. Παράδειγµα ο αµερικανός συγγραφέας Henry Miller (Τροπικός του Καρκίνου, Τροπικός του Αιγόκερου, Plexus, ο Κολοσσός του Μαρουσίου), ο οποίος έγινε και στενός φίλος του Χατζηκυριάκου Γκίκα και, φυσικά, του Κατσίµπαλη.

Το 1957 η 20th Century Fox, υπό την προεδρία του Σπύρου Σκούρα, γυρίζει στην Ύδρα ένα φιλµ απαιτήσεων, στο οποίο λάµπει η νεαρή τότε Σοφία Λώρεν και µαγεύουν τα χρώµατα της θάλασσας και οι µελωδίες του Μωράκη: “το παιδί και το δελφίνι” (“Boy on a dolphin”). Η ταινία κάνει ευρύτερα γνωστό στις δυτικές χώρες το νησί – κόσµηµα. Κι έτσι η Ύδρα γίνεται τουριστικός προορισµός. Γυρίζονται κι άλλες ταινίες, ξακουστοί καλλιτέχνες αλλά και άνθρωποι του µεγάλου πλούτου επισκέπτονται την Ύδρα…

Το απόγευµα µε βρίσκει κοντά στην προτοµή του µεγάλου Παύλου Κουντουριώτη να συλλογίζοµαι πόσο µεγάλη ήταν η προσφορά αυτού του ηρωικού νησιού στον αγώνα της Εθνικής Παλιγγενεσίας του 1821 αλλά και στο µεγάλωµα της Ελλάδας κατά τους Βαλκανικούς Πολέµους µε την παρουσία του µεγάλου αυτού τέκνου της στην ηγεσία του Πολεµικού Ναυτικού µας.

Καθώς πέφτει το σούρουπο και δροσίζει, παίρνουµε τις ανηφοριές και πλανιόµαστε στον δαίδαλο των στενών της Ύδρας. Δροµάκια ελκυστικής απλότητας και σπίτια πολλά απ’ τα οποία είναι γεµάτα ιστορία. Και σπίτια πολλών γνωστών ανθρώπων της τέχνης, που έρχονται στην Ύδρα, γιατί η Ύδρα είναι τέχνη.

Οι µέρες περνούν γρήγορα στο νησί µε εξορµήσεις µε το dinghy στο Καµίνι, στον Βλυχό και στο Μαντράκι και µε βράδια ήρεµης δροσιάς. Στην Ύδρα συναντά κανείς πολύ ενδιαφέροντες ανθρώπους, από παλιούς καπετάνιους µε πολλές θαλασσινές αναµνήσεις µέχρι ανθρώπους του πνεύµατος, ευχάριστους και µε φρέσκιες ιδέες.

Όµως ο χρόνος πετά. Σεπτέµβριος και οι υποχρεώσεις στην τύρβη της πρωτεύουσας αναµένουν. Κάποιο µεσηµέρι το πιστό Westerly σαλπάρει και βγαίνει απ’ το λιµάνι. Καιρός κάλµα, προχωρούµε µε µηχανή, πορεία προς τα Τσελεβίνια. Σε λίγο θα µπούµε στον Σαρωνικό. Μια απογευµατινή µπουκαδούρα θα µας σπρώξει οµαλά ως την ακτή της Αττικής. Η κρουαζιέρα του 1985 λήγει. Ποιος ξέρει αν του χρόνου πάλι…

Previous Post Next Post
61 shares